Multilingual Folk Tale Database


Frau Holle (Jacob & Wilhelm Grimm)

Mother Hulda Κυρά-Χόλε
Margaret Hunt unknown author
English Greek

A widow had two daughters; one was pretty and industrious, the other was ugly and lazy. And as the ugly one was her own daughter, she loved her much the best, and the pretty one was made to do all the work, and be the drudge of the house. Every day the poor girl had to sit by a well on the high road and spin until her fingers bled. Now it happened once that as the spindle was bloody, she dipped it into the well to wash it; but it slipped out of her hand and fell in. Then she began to cry, and ran to her step-mother, and told her of her misfortune; and her stepmother scolded her without mercy, and said in her rage: "As you have let the spindle fall in, you must go and fetch it out again!" Then the girl went back again to the well, not knowing what to do, and in the despair of her heart she jumped down into the well the same way the spindle had gone. After that she knew nothing; and when she came to herself she was in a beautiful meadow, and the sun was shining on the flowers that grew round her. And she walked on through the meadow until she came to a baker's oven that was full of bread; and the bread called out to her: "Oh, take me out, take me out, or I shall burn; I am baked enough already!" Then she drew near, and with the baker's peel she took out all the loaves one after the other. And she went farther on till she came to a tree weighed down with apples, and it called out to her: "Oh, shake me, shake me, we apples are all of us ripe!" Then she shook the tree until the apples fell like rain, and she shook until there were no more to fall; and when she had gathered them together in a heap, she went on farther. At last she came to a little house, and an old woman was peeping out of it, but she had such great teeth that the girl was terrified and about to run away, only the old woman called her back. "What are you afraid of, my dear child? Come and live with me, and if you do the house-work well and orderly, things shall go well with you. You must take great pains to make my bed well, and shake it up thoroughly, so that the feathers fly about, and then in the world it snows, for I am Mother Hulda." As the old woman spoke so kindly, the girl took courage, consented, and went to her work. She did everything to the old woman's satisfaction, and shook the bed with such a will that the feathers flew about like snow-flakes: and so she led a good life, had never a cross word, but boiled and roast meat every day. When she had lived a long time with Mother Hulda, she began to feel sad, not knowing herself what ailed her; at last she began to think she must be home-sick; and although she was a thousand times better off than at home where she was, yet she had a great longing to go home. At last she said to her mistress: "I am homesick, and although I am very well off here, I cannot stay any longer; I must go back to my own home." Mother Hulda answered: "It pleases me well that you should wish to go home, and, as you have served me faithfully, I will undertake to send you there!" She took her by the hand and led her to a large door standing open, and as she was passing through it there fell upon her a heavy shower of gold, and the gold hung all about her, so that she was covered with it. "All this is yours, because you have been so industrious," said Mother Hulda; and, besides that, she returned to her her spindle, the very same that she had dropped in the well. And then the door was shut again, and the girl found herself back again in the world, not far from her mother's house; and as she passed through the yard the cock stood on the top of the well and cried:

"Cock-a-doodle doo!

Our golden girl has come home too!"

Then she went in to her mother, and as she had returned covered with gold she was well received.

So the girl related all her history, and what had happened to her, and when the mother heard how she came to have such great riches she began to wish that her ugly and idle daughter might have the same good fortune. So she sent her to sit by the well and spin; and in order to make her spindle bloody she put her hand into the thorn hedge. Then she threw the spindle into the well, and jumped in herself. She found herself, like her sister, in the beautiful meadow, and followed the same path, and when she came to the baker's oven, the bread cried out: "Oh, take me out, take me out, or I shall burn; I am quite done already!" But the lazy-bones answered: "I have no desire to black my hands," and went on farther. Soon she came to the apple-tree, who called out: "Oh, shake me, shake me, we apples are all of us ripe!" But she answered: "That is all very fine; suppose one of you should fall on my head," and went on farther. When she came to Mother Hulda's house she did not feel afraid, as she knew beforehand of her great teeth, and entered into her service at once. The first day she put her hand well to the work, and was industrious, and did everything Mother Hulda bade her, because of the gold she expected; but the second day she began to be idle, and the third day still more so, so that she would not get up in the morning. Neither did she make Mother Hulda's bed as it ought to have been made, and did not shake it for the feathers to fly about. So that Mother Hulda soon grew tired of her, and gave her warning, at which the lazy thing was well pleased, and thought that now the shower of gold was coming; so Mother Hulda led her to the door, and as she stood in the doorway, instead of the shower of gold a great kettle full of pitch was emptied over her. "That is the reward for your service," said Mother Hulda, and shut the door. So the lazy girl came home all covered with pitch, and the cock on the top of the well seeing her, cried:

"Cock-a-doodle doo!

Our dirty girl has come home too!"

And the pitch remained sticking to her fast, and never, as long as she lived, could it be got off.

Μία χήρα είχε δύο κόρες, η μία ήταν όμορφη και εργατική ενώ η άλλη άσχημη και τεμπέλα. Η χήρα αγαπούσε πολύ περισσότερο την άσχημη και τεμπέλα γιατί ήταν η πραγματική της κόρη. Έτσι η όμορφη έπρεπε να κάνει όλες τις δουλειές και να είναι η σταχτοπούτα του σπιτιού. Το καημένο το κορίτσι αναγκαζόταν να κάθεται πλάι σε ένα πηγάδι στο μεγάλο δρόμο, και έπρεπε να γνέθει τόσο πολύ που στο τέλος έτρεχε αίμα από τα δάχτυλα της.

Κάποια μέρα η κουβαρίστρα γέμισε με αίμα και το κορίτσι έσκυψε να την ξεπλύνει στο πηγάδι, τότε της γλίστρησε από το χέρι και της έπεσε στο νερό. Το κορίτσι άρχισε να κλαίει και έτρεξε να πει στην μητριά του για το κακό που την βρήκε. Εκείνη όμως την μάλωσε και της είπε: «εσύ άφησες την κουβαρίστρα να σου πέσει, εσύ να την ξαναφέρεις.» Έτσι το κορίτσι επέστρεψε στο πηγάδι και δεν ήξερε τι να κάνει.

Μέσα στην απελπισία της πήδηξε στο πηγάδι για να φέρει την κουβαρίστρα. Έχασε όμως τις αισθήσεις της, και όταν συνήλθε βρισκόταν σε μία ωραία πρασινάδα όπου έβγαινε ο ήλιος και χιλιάδες λουλούδια άνθιζαν. Σε αυτή την πρασινάδα προχώρησε και έφτασε σε έναν φούρνο ο οποίος ήταν γεμάτος με ψωμί, το ψωμί όμως φώναζε: «βγάλε με, αχ βγάλε με έξω, αλλιώς θα καώ! Έχει περάσει τόση ώρα που έχω ήδη ψηθεί!» Τότε πλησίασε και πήρε το φτυάρι του φούρναρη και έβγαλε τα ψωμιά το ένα μετά το άλλο από το φούρνο.

Μετά συνέχισε και έφτασε σε ένα δέντρο που ήταν γεμάτο με μήλα, από όπου της φώναζαν: «κούνησε το δέντρο, κούνησε το, εμείς τα μήλα ωριμάσαμε όλα μαζί!» Το κορίτσι τίναξε το δέντρο και τα μήλα άρχισαν να πέφτουν σαν βροχή, το κορίτσι συνέχισε να κουνάει την μηλιά μέχρι κανένα μήλο να μην μείνει στο δέντρο. Στο τέλος μάζεψε όλα τα μήλα σε έναν σωρό και προχώρησε παραπέρα. Τελικά έφτασε σε ένα σπίτι μέσα από το οποίο κοιτούσε μία γριά, επειδή όμως είχε τόσο μεγάλα δόντια, το κορίτσι την φοβήθηκε και προσπάθησε να το βάλει στα πόδια. Η γριά όμως του φώναξε: «Μη φοβάσαι καλό μου κορίτσι, μείνε μαζί μου και αν κάνεις όλες τις δουλειές που χρειάζεται το σπίτι με τάξη, τότε θα περάσεις καλά. Πρέπει να δώσεις μόνο προσοχή να μου στρώνεις το κρεβάτι και να το τακτοποιείς με προσοχή, και να τινάζεις τα παπλώματα με ζήλο ώστε να πετάνε τα πούπουλα γιατί τότε πέφτει χιόνι στον κόσμο. Εγώ είμαι η κυρά-Χόλε.» Επειδή η γριά της μίλησε τόσο καλά, το κορίτσι δέχτηκε να μπει στην υπηρεσία της. Τακτοποιούσε τα πάντα όπως ήθελε η γριά, τίναζε πάντοτε τα παπλώματα με τέτοια δύναμη που τα φτερά πετούσαν τριγύρω σαν νιφάδες χιονιού.

Ως αντάλλαγμα η γριά της παρείχε μία καλή ζωή μαζί της, ποτέ δεν της έλεγε έστω και μία κακιά κουβέντα και κάθε μέρα έτρωγαν εξαίσιο ψητό κα μαγειρευτό φαγητό.

Αφού πέρασε αρκετό καιρό μαζί με την κυρά-Χόλε, το κορίτσι στεναχωριόταν και αρχικά δεν ήξερε τι του έφταιγε, τελικά όμως κατάλαβε ότι είχε νοσταλγήσει το σπίτι της. Αν και περνούσε πολύ-πολύ καλύτερα από ότι στο σπίτι της, αυτή αισθάνθηκε να της λείπει. Τελικά είπε στην κυρά-Χόλε: «Με έχει πιάσει ένα παράπονο να δω το σπίτι μου, και παρόλο που περνάω τόσο καλά εδώ κάτω, δεν μπορώ να μείνω άλλο, πρέπει να ξαναπάω στους δικούς μου.» «Μου αρέσει που ζητάς να επιστρέψεις στο σπίτι σου» απάντησε η γριά «και επειδή μου υπηρέτησες πιστά, θέλω να σε ανεβάσω εγώ η ίδια πάλι επάνω.»

Πήρε λοιπόν το κορίτσι και το οδήγησε σε μία μεγάλη πύλη. Η πύλη άνοιξε και καθώς το κορίτσι περνούσε από την πύλη, έπεσε μία κατακλυσμιαία χρυσή βροχή, και όλο το χρυσάφι έμεινε κρεμασμένο πάνω της. «Αυτό είναι δικό σου επειδή ήσουν τόσο εργατική» της είπε η κυρά-Χόλε και της έδωσε πίσω την κουβαρίστρα που είχε πέσει στο πηγάδι. Μετά από αυτό έκλεισε η πύλη, και το κορίτσι βρισκόταν πάλι επάνω στον κόσμο που ήξερε, κοντά στο σπίτι της μητέρας της. Όταν έφτασε στην αυλή του σπιτιού της, ένας πετεινός που στεκόταν πάνω στο πηγάδι φώναξε:

«Κικιρικό, κικιρικό
Η χρυσή παρθένα είναι πάλι εδώ»

Όταν μπήκε στο σπίτι, η μητέρα της και η αδερφή της την καλοδέχτηκαν καθώς την είδαν σκεπασμένη με το χρυσάφι. Το κορίτσι διηγήθηκε όλα όσα της συνέβησαν . Η μητέρα ακούγοντας πως πλούτισε η όμορφη κόρη, θέλησε και η άλλη κόρη της να έχει την ίδια τύχη. Έτσι την έστειλε να καθίσει κοντά στο πηγάδι και να γνέθει.

Για να ματώσει το κουβάρι τσίμπησε το δάχτυλο της πιάνοντας έναν ακανθωτό θάμνο. Μετά πέταξε το κουβάρι στο πηγάδι και πήδηξε και η ίδια μέσα. Τέλος έφτασε στην ίδια πρασινάδα και ακολούθησε το ίδιο μονοπάτι με την αδερφή της.

Όταν έφτασε στον φούρνο και το ψωμί φώναζε: «βγάλε με, αχ βγάλε με έξω, αλλιώς θα καώ: έχει περάσει τόση ώρα που έχω ήδη ψηθεί!» η τεμπέλα αποκρίθηκε «άλλη όρεξη δεν είχα από το να λερωθώ!» και συνέχισε τον δρόμο της. Σύντομα έφτασε στη μηλιά που ακουγόταν η φωνή: «κούνα με, κούνα με, εμείς τα μήλα ωριμάσαμε όλα μαζί!» Το κορίτσι όμως απάντησε: «τι μου λέτε, θα μπορούσε κάποιο μήλο να μου πέσει στο κεφάλι!» και συνέχισε αδιάφορη. Όταν έφτασε μπροστά από το σπίτι της κυρά-Χόλε δεν φοβήθηκε, καθώς είχε ήδη ακούσει για τα μεγάλα της δόντια και αυτοπροτάθηκε να μπει στην υπηρεσία της.

Την πρώτη μέρα έβαλε τα δυνατά της, ήταν πολύ επιμελής και έκανε ότι της έλεγε η κυρά-Χόλε, καθώς σκεφτόταν το πολύ χρυσάφι το οποίο την περίμενε. Την δεύτερη μέρα άρχισε να τεμπελιάζει και την Τρίτη βαριόταν τόσο πολύ που δεν ήθελε να σηκωθεί από το κρεβάτι της. Ούτε συζήτηση να συγυρίσει και να τινάξει το κρεβάτι της γριάς. Σύντομα η γριά της είπε να διακόψει την υπηρεσία. Η τεμπέλα ήταν μάλλον ικανοποιημένη καθώς περίμενε την βροχή από χρυσάφι, και η γριά την πήγε απευθείας στην πύλη. Όταν όμως πέρασε από κάτω αντί για χρυσάφι χύθηκε πάνω της μια μαρμίτα θειάφι.

«Αυτή είναι η αμοιβή για τις υπηρεσίες σου» της είπε η γριά και έκλεισε την πύλη. Τότε επέστρεψε η τεμπέλα σπίτι, αλλά ήταν ολόκληρη σκεπασμένη με πίσσα. Ο πετεινός πάνω στο πηγάδι φώναξε μόλις την είδε:

«Κικιρικό,
Η βρόμικη παρθένα μας, επέστρεψε εδώ»

Η πίσσα έμεινε κολλημένη πάνω της και δεν έλεγε να φύγει σε όλη της την ζωή.



Change: Change: