Multilingual Folk Tale Database


Frau Holle (Jacob & Wilhelm Grimm)

Κυρά-Χόλε Dame Hiver (Dame Holle)
unknown author unknown author
Greek French

Μία χήρα είχε δύο κόρες, η μία ήταν όμορφη και εργατική ενώ η άλλη άσχημη και τεμπέλα. Η χήρα αγαπούσε πολύ περισσότερο την άσχημη και τεμπέλα γιατί ήταν η πραγματική της κόρη. Έτσι η όμορφη έπρεπε να κάνει όλες τις δουλειές και να είναι η σταχτοπούτα του σπιτιού. Το καημένο το κορίτσι αναγκαζόταν να κάθεται πλάι σε ένα πηγάδι στο μεγάλο δρόμο, και έπρεπε να γνέθει τόσο πολύ που στο τέλος έτρεχε αίμα από τα δάχτυλα της.

Κάποια μέρα η κουβαρίστρα γέμισε με αίμα και το κορίτσι έσκυψε να την ξεπλύνει στο πηγάδι, τότε της γλίστρησε από το χέρι και της έπεσε στο νερό. Το κορίτσι άρχισε να κλαίει και έτρεξε να πει στην μητριά του για το κακό που την βρήκε. Εκείνη όμως την μάλωσε και της είπε: «εσύ άφησες την κουβαρίστρα να σου πέσει, εσύ να την ξαναφέρεις.» Έτσι το κορίτσι επέστρεψε στο πηγάδι και δεν ήξερε τι να κάνει.

Μέσα στην απελπισία της πήδηξε στο πηγάδι για να φέρει την κουβαρίστρα. Έχασε όμως τις αισθήσεις της, και όταν συνήλθε βρισκόταν σε μία ωραία πρασινάδα όπου έβγαινε ο ήλιος και χιλιάδες λουλούδια άνθιζαν. Σε αυτή την πρασινάδα προχώρησε και έφτασε σε έναν φούρνο ο οποίος ήταν γεμάτος με ψωμί, το ψωμί όμως φώναζε: «βγάλε με, αχ βγάλε με έξω, αλλιώς θα καώ! Έχει περάσει τόση ώρα που έχω ήδη ψηθεί!» Τότε πλησίασε και πήρε το φτυάρι του φούρναρη και έβγαλε τα ψωμιά το ένα μετά το άλλο από το φούρνο.

Μετά συνέχισε και έφτασε σε ένα δέντρο που ήταν γεμάτο με μήλα, από όπου της φώναζαν: «κούνησε το δέντρο, κούνησε το, εμείς τα μήλα ωριμάσαμε όλα μαζί!» Το κορίτσι τίναξε το δέντρο και τα μήλα άρχισαν να πέφτουν σαν βροχή, το κορίτσι συνέχισε να κουνάει την μηλιά μέχρι κανένα μήλο να μην μείνει στο δέντρο. Στο τέλος μάζεψε όλα τα μήλα σε έναν σωρό και προχώρησε παραπέρα. Τελικά έφτασε σε ένα σπίτι μέσα από το οποίο κοιτούσε μία γριά, επειδή όμως είχε τόσο μεγάλα δόντια, το κορίτσι την φοβήθηκε και προσπάθησε να το βάλει στα πόδια. Η γριά όμως του φώναξε: «Μη φοβάσαι καλό μου κορίτσι, μείνε μαζί μου και αν κάνεις όλες τις δουλειές που χρειάζεται το σπίτι με τάξη, τότε θα περάσεις καλά. Πρέπει να δώσεις μόνο προσοχή να μου στρώνεις το κρεβάτι και να το τακτοποιείς με προσοχή, και να τινάζεις τα παπλώματα με ζήλο ώστε να πετάνε τα πούπουλα γιατί τότε πέφτει χιόνι στον κόσμο. Εγώ είμαι η κυρά-Χόλε.» Επειδή η γριά της μίλησε τόσο καλά, το κορίτσι δέχτηκε να μπει στην υπηρεσία της. Τακτοποιούσε τα πάντα όπως ήθελε η γριά, τίναζε πάντοτε τα παπλώματα με τέτοια δύναμη που τα φτερά πετούσαν τριγύρω σαν νιφάδες χιονιού.

Ως αντάλλαγμα η γριά της παρείχε μία καλή ζωή μαζί της, ποτέ δεν της έλεγε έστω και μία κακιά κουβέντα και κάθε μέρα έτρωγαν εξαίσιο ψητό κα μαγειρευτό φαγητό.

Αφού πέρασε αρκετό καιρό μαζί με την κυρά-Χόλε, το κορίτσι στεναχωριόταν και αρχικά δεν ήξερε τι του έφταιγε, τελικά όμως κατάλαβε ότι είχε νοσταλγήσει το σπίτι της. Αν και περνούσε πολύ-πολύ καλύτερα από ότι στο σπίτι της, αυτή αισθάνθηκε να της λείπει. Τελικά είπε στην κυρά-Χόλε: «Με έχει πιάσει ένα παράπονο να δω το σπίτι μου, και παρόλο που περνάω τόσο καλά εδώ κάτω, δεν μπορώ να μείνω άλλο, πρέπει να ξαναπάω στους δικούς μου.» «Μου αρέσει που ζητάς να επιστρέψεις στο σπίτι σου» απάντησε η γριά «και επειδή μου υπηρέτησες πιστά, θέλω να σε ανεβάσω εγώ η ίδια πάλι επάνω.»

Πήρε λοιπόν το κορίτσι και το οδήγησε σε μία μεγάλη πύλη. Η πύλη άνοιξε και καθώς το κορίτσι περνούσε από την πύλη, έπεσε μία κατακλυσμιαία χρυσή βροχή, και όλο το χρυσάφι έμεινε κρεμασμένο πάνω της. «Αυτό είναι δικό σου επειδή ήσουν τόσο εργατική» της είπε η κυρά-Χόλε και της έδωσε πίσω την κουβαρίστρα που είχε πέσει στο πηγάδι. Μετά από αυτό έκλεισε η πύλη, και το κορίτσι βρισκόταν πάλι επάνω στον κόσμο που ήξερε, κοντά στο σπίτι της μητέρας της. Όταν έφτασε στην αυλή του σπιτιού της, ένας πετεινός που στεκόταν πάνω στο πηγάδι φώναξε:

«Κικιρικό, κικιρικό
Η χρυσή παρθένα είναι πάλι εδώ»

Όταν μπήκε στο σπίτι, η μητέρα της και η αδερφή της την καλοδέχτηκαν καθώς την είδαν σκεπασμένη με το χρυσάφι. Το κορίτσι διηγήθηκε όλα όσα της συνέβησαν . Η μητέρα ακούγοντας πως πλούτισε η όμορφη κόρη, θέλησε και η άλλη κόρη της να έχει την ίδια τύχη. Έτσι την έστειλε να καθίσει κοντά στο πηγάδι και να γνέθει.

Για να ματώσει το κουβάρι τσίμπησε το δάχτυλο της πιάνοντας έναν ακανθωτό θάμνο. Μετά πέταξε το κουβάρι στο πηγάδι και πήδηξε και η ίδια μέσα. Τέλος έφτασε στην ίδια πρασινάδα και ακολούθησε το ίδιο μονοπάτι με την αδερφή της.

Όταν έφτασε στον φούρνο και το ψωμί φώναζε: «βγάλε με, αχ βγάλε με έξω, αλλιώς θα καώ: έχει περάσει τόση ώρα που έχω ήδη ψηθεί!» η τεμπέλα αποκρίθηκε «άλλη όρεξη δεν είχα από το να λερωθώ!» και συνέχισε τον δρόμο της. Σύντομα έφτασε στη μηλιά που ακουγόταν η φωνή: «κούνα με, κούνα με, εμείς τα μήλα ωριμάσαμε όλα μαζί!» Το κορίτσι όμως απάντησε: «τι μου λέτε, θα μπορούσε κάποιο μήλο να μου πέσει στο κεφάλι!» και συνέχισε αδιάφορη. Όταν έφτασε μπροστά από το σπίτι της κυρά-Χόλε δεν φοβήθηκε, καθώς είχε ήδη ακούσει για τα μεγάλα της δόντια και αυτοπροτάθηκε να μπει στην υπηρεσία της.

Την πρώτη μέρα έβαλε τα δυνατά της, ήταν πολύ επιμελής και έκανε ότι της έλεγε η κυρά-Χόλε, καθώς σκεφτόταν το πολύ χρυσάφι το οποίο την περίμενε. Την δεύτερη μέρα άρχισε να τεμπελιάζει και την Τρίτη βαριόταν τόσο πολύ που δεν ήθελε να σηκωθεί από το κρεβάτι της. Ούτε συζήτηση να συγυρίσει και να τινάξει το κρεβάτι της γριάς. Σύντομα η γριά της είπε να διακόψει την υπηρεσία. Η τεμπέλα ήταν μάλλον ικανοποιημένη καθώς περίμενε την βροχή από χρυσάφι, και η γριά την πήγε απευθείας στην πύλη. Όταν όμως πέρασε από κάτω αντί για χρυσάφι χύθηκε πάνω της μια μαρμίτα θειάφι.

«Αυτή είναι η αμοιβή για τις υπηρεσίες σου» της είπε η γριά και έκλεισε την πύλη. Τότε επέστρεψε η τεμπέλα σπίτι, αλλά ήταν ολόκληρη σκεπασμένη με πίσσα. Ο πετεινός πάνω στο πηγάδι φώναξε μόλις την είδε:

«Κικιρικό,
Η βρόμικη παρθένα μας, επέστρεψε εδώ»

Η πίσσα έμεινε κολλημένη πάνω της και δεν έλεγε να φύγει σε όλη της την ζωή.

Une veuve avait deux filles, l'une jolie et courageuse, l'autre paresseuse et laide. C'était à la seconde qu'elle donnait sa préférence, parce que cette fille laide et paresseuse était sa propre fille et l'autre avait tout le travail à faire dans la maison dont elle était la Cendrillon. Elle devait chaque jour aller sur la grand-route s'asseoir près du puits et filer, filer tellement que les doigts lui en saignaient. Un jour donc, que sa quenouille était toute poisseuse et tachée de sang, la malheureuse se pencha sur le puits pour la laver mais la quenouille lui échappa des mains et tomba tout au fond du puits. En pleurant elle courut raconter son malheur à la marâtre, qui lui cria dessus. Elle fut assez impitoyable pour lui dire: "Puisque que tu as laissé tomber la quenouille, tu n'as qu'à aller toi-même la chercher!" La pauvre retourna près du puits, se tortura en se demandant comment faire et pour finir, dans son affolement, sauta elle-même dans le puits pour en rapporter la quenouille. En tombant elle s'évanouit; et lorsqu'elle se réveilla et repris ses sens, elle était dans une belle prairie, sous le brillant soleil, et il y avait autour d'elle des milliers et des milliers de fleurs. Elle s'avança dans cette prairie et arriva devant un four à pain où cuisait la fournée, et voilà que les pains, de l'intérieur se mirent à appeler: "Retire-moi! Retire-moi! Sinon je vais brûler, je suis déjà bien cuit et plus que cuit!" Elle y alla, saisit la longue pelle de four et sortit un à un tous les pains jusqu'au dernier. Puis elle poursuivi sa marche et arriva près d'un pommier chargé de pommes en quantité énorme, et là aussi on l'appela: "Secoue-moi! Secoue-moi! Nous les pommes, nous sommes toutes mûres!" Alors elle secoua l'arbre et les pommes tombèrent comme s'il pleuvait, et elle le secoua jusqu'à ce qu'il n'en restât plus une sur l'arbre, puis elle les mit soigneusement en tas avant de se remettre en route. Pour finir, elle arriva près d'une petite maison où une vieille regardait par la fenêtre, mais elle avait de si longues dents, cette vieille que la fillette dans sa peur, voulu se sauver à toutes jambes. "Pourquoi t'effrayes-tu ma chère enfant?" lui dit la vieille femme. "Reste avec moi, et si tu fais bien ton travail, si tu me tiens la maison bien en ordre, tout n'en n'ira que mieux pour toi. Surtout, tu dois veiller à bien faire mon lit et secouer soigneusement l'édredon pour en faire voler les plumes, parce qu'alors, il neige sur le monde. Je suis Dame Hiver." Le ton aimable et les bonnes paroles de la vieille réconfortèrent son cœur et lui rendirent son courage: elle accepta son offre et entra à son service, s'acquittant de sa tâche à la grande satisfaction de Dame Hiver, battant et secouant son édredon jusqu'à faire voler les plumes de tous cotés, légères et dansantes comme des flocons de neige. En retour, elle avait la bonne vie chez elle: jamais un mot méchant et tous les jours du bouilli et du rôti. Mais quand elle fut restée un bon bout de temps chez Dame Hiver, elle devint triste peu à peu, sans trop savoir pourquoi quand cela commença, ni ce qui lui pesait si lourd sur le cœur; enfin elle se rendit compte qu'elle avait le mal du pays. Elle savait bien, pourtant, qu'elle était mille fois mieux traitée ici que chez elle, mais elle n'en languissait pas moins de revoir sa maison. "Je m'ennuie de chez moi," finit-elle par dire à Dame Hiver, "et bien que je sois beaucoup mieux ici, je voudrais remonter là-haut et retrouver les miens. Je sens que je ne pourrais pas rester plus longtemps." - "Il me plaît que tu aies envie de renter chez toi," dit Dame Hiver, "et puisque tu m'as servi si fidèlement, je vais te ramener moi-même là-haut." Elle la prit par la main et la conduisit jusque devant un grand portail, une porte monumentale dont les battants étaient ouverts; au moment où la jeune fille allait passer, une pluie d'or tomba sur elle, dense et drue, et tout l'or qui tomba resta sur elle, la couvrant et la recouvrant entièrement. "C'est ce que je te donne pour avoir été si diligente et soigneuse dans ton travail," lui dit Dame Hiver, en lui tendant en plus, sa quenouille qui était tombée au fond du puits. La grand-porte se referma alors, et la jeune fille se retrouva sur le monde, non loin de chez sa mère. Et quand elle entra dans la cour, le coq, perché sur le puits, chanta:

"Cocorico! Cocorico!

La demoiselle d'or est ici de nouveau."

Elle arriva ensuite chez sa mère, et là, parce qu'elle était couverte de tant d'or, elle reçut bon accueil aussi bien de sa mère que de sa demi-sœur.

La jeune fille leur raconta tout ce qu'il lui était advenu, et quand la mère apprit de quelle manière elle était arrivée à cette immense richesse, sa seule idée fut de donner à sa fille, la paresseuse et laide, le même bonheur. Il fallut donc qu'elle allât comme sa sœur, s'asseoir à coté du puits pour filer; et que pour que sa quenouille fût poisseuse de sang, elle dut se piquer le doigt et s'égratigner la main dans les épines; elle jeta ensuite sa quenouille dans le puits et sauta elle-même comme l'avait fait sa sœur. Et il lui arriva la même chose qu'à elle: elle se retrouva dans la même prairie et emprunta le même chemin, arriva devant le même four, où elle entendit semblablement le pain crier: "Retire-moi! Retire-moi! Sinon je vais brûler, je suis déjà bien cuit et plus que cuit!" Mais la paresseuse se contenta de répondre: "Plus souvent, tiens! que je vais me salir!" Et elle passa outre. Lorsqu'elle arriva un peu plus loin près du pommier, il appela et cria: "Secoue-moi, secoue-moi! Nous les pommes nous sommes toutes mûres!" Mais la vilaine ne se retourna même pas et répondit: "Fameuse idée, oui! Pour qu'il m'en tombe une sur la tête." Et elle continua son chemin. Lorsqu'elle arriva de devant la maison de Dame Holle, comme elle avait déjà entendu parler de ses longues dents elle n'eut pas peur et se mit aussitôt à la servir. Le premier jour tout alla bien, elle fit du zèle, obéit avec empressement et vivacité, car elle songeait à tout l'or que cela lui vaudrait bientôt; mais le deuxième jour, déjà, elle commença à paresser et à traîner, et beaucoup plus le troisième jour, car elle ne voulu même pas se lever ce matin là. Elle ne faisait pas non plus le lit de Dame Hiver comme elle devait le faire, négligeait de secouer l'édredon et de faire voler les plumes. Dame Hiver ne tarda pas à se lasser d'une telle négligence et lui donna congé. La fille paresseuse s'en montra ravie, pensant que venait le moment de la pluie d'or; mais si Dame Hiver la conduisit aussi elle-même à la grand-porte, au lieu de l'or, ce fut une grosse tonne de poix qui lui tomba dessus. "Voilà la récompense que t'ont méritée tes services!" lui dit Dame Hiver, qui referma aussitôt la grand-porte. La paresseuse rentra chez elle, mais couverte de poix des pieds à la tête; et le coq, sur le puits, quand il la vit, chanta:

"Cocorico! Cocorico!

La sale demoiselle est ici de nouveau."

La poix qui la couvrait colla si bien à elle que, de toute sa vie, jamais elle ne put l'enlever.



Change: Change: