Multilingual Folk Tale Database


Frau Holle (Jacob & Wilhelm Grimm)

Madama Holle Κυρά-Χόλε
unknown author unknown author
Italian Greek

Una vedova aveva due figlie, una bella e laboriosa, l'altra brutta e pigra. Ma ella preferiva di gran lunga quest'ultima, perché‚ era la sua vera figlia, e all'altra toccava tutto il lavoro come alla Cenerentola di casa. Ella doveva sedere ogni giorno accanto a una fontana, sulla strada maestra, e filare finché‚ le sprizzava il sangue dalle dita. Un giorno che la conocchia era tutta insanguinata, ella si chinò sulla fonte per lavarla; ma la conocchia le sfuggì di mano e le cadde in acqua. Piangendo corse dalla matrigna e le raccontò la disgrazia, ma quella la rimproverò aspramente e le disse con durezza: "Se hai lasciato cadere la conocchia, va' a ripescarla!" Allora la fanciulla ritornò alla fontana e non sapeva che fare, così, nell'affanno, ci saltò dentro. Quando ritornò in s‚, si trovò in un bel prato dove splendeva il sole e c'erano fiori a migliaia. S'incamminò per il prato e giunse a un forno pieno di pane; ma il pane gridò: "Ah, tirami fuori, tirami fuori, altrimenti brucio! Sono cotto da un pezzo!" Allora ella si accostò e tirò fuori i pani. Poi andò avanti e giunse a un albero carico di mele che le gridò: "Ah, scuotimi, scuotimi! noi mele siamo tutte mature!" Ella scosse l'albero e cadde una pioggia di mele, e continuò a scuotere finché‚ sulla pianta non ne rimase nessuna, poi proseguì la sua strada. Finalmente arrivò a una casetta da cui spiava una vecchia con dei denti così lunghi che ella s'impaurì e voleva fuggire. Ma la vecchia le gridò: "Non aver paura, cara bambina, resta con me; se sbrigherai per bene tutte le faccende di casa, ti troverai contenta. Devi soltanto badare a rifarmi bene il letto e a sprimacciarlo con cura di modo che le piume volino. Allora sulla terra nevicherà. Io sono Madama Holle." La vecchia le parlava con tanta bontà che la fanciulla accettò la proposta ed entrò al suo servizio. Provvedeva a ogni cosa con soddisfazione della padrona e le sprimacciava sempre il letto con molta energia. Perciò ella viveva bene con la vecchia: mai una parola aspra e tutti i giorni lesso e arrosto. Rimase con Madama Holle per un certo periodo di tempo, poi il suo cuore si fece triste e, anche se lì stava mille volte meglio che a casa, provava tuttavia desiderio di tornarvi. Finalmente disse alla vecchia: "Sento nostalgia di casa mia e, anche se qui sto tanto bene, non posso rimanere." Madama Holle disse: "Hai ragione, e poiché‚ mi hai servita così fedelmente, ti riporterò su io stessa." La prese per mano e la condusse davanti a un grosso portone. Il portone fu aperto e, mentre la fanciulla era là sotto, cadde una gran pioggia d'oro, e l'oro le rimase attaccato e la ricoprì tutta. "Te lo sei meritato perché‚ sei stata così diligente," disse Madama Holle, e le rese anche la conocchia che le era caduta nella fontana. Poi il portone fu chiuso e la fanciulla si trovò sulla terra non lontano dalla casa di sua madre; e quando entrò nel cortile, il gallo sul pozzo strillò:

"Chicchirichì!

La nostra bimba d'oro è ancora qui!"

Poi andò dalla madre e, poiché‚ si presentò tutta ricoperta d'oro, fu accolta benevolmente.

Quando la madre udì come si fosse guadagnata quella gran ricchezza, volle procurare la stessa fortuna all'altra figlia brutta e pigra. Anch'essa dovette sedersi accanto alla fonte e filare; e, per insanguinare la conocchia, si punse le dita cacciando la mano fra i rovi. Poi buttò la conocchia nella fonte e ci saltò dentro anche lei. Si trovò, come la sorella, sul bel prato, e seguì il medesimo sentiero. Quando giunse al forno, il pane gridò di nuovo: "Ah, tirami fuori, tirami fuori, se no brucio! Sono cotto da un pezzo!" Ma la pigrona rispose: "Come se avessi voglia di insudiciarmi!" e proseguì. Poi giunse al melo che gridò: "Ah, scuotimi, scuotimi! Noi mele siamo tutte mature!" Ma ella rispose: "Per l'appunto: potrebbe cadermene una in testa!" e proseguì per la sua strada. Quando giunse davanti alla casa di Madama Holle, non ebbe paura perché‚ già sapeva dei suoi dentoni, ed entrò subito a servizio da lei. Il primo giorno si sforzò di essere diligente, e obbedì a Madama Holle se questa le diceva qualcosa, perché‚ pensava a tutto l'oro che le avrebbe regalato; ma il secondo giorno incominciò già a poltrire e il terzo ancora di più: non voleva più alzarsi la mattina, faceva male il letto di Madama Holle e non lo scuoteva bene da far volare le piume. Madama Holle se ne stancò presto e la licenziò. La ragazza era ben contenta perché‚ si aspettava la pioggia d'oro. Madama Holle condusse anche lei al portone ma, quando la ragazza fu là sotto, invece dell'oro le rovesciò addosso un gran paiolo di pece. "Questo è il ringraziamento per i tuoi servigi," disse Madama Holle, e chiuse il portone. Allora la pigrona arrivò a casa tutta coperta di pece e non riuscì più a liberarsene per tutta la vita. E il gallo sul pozzo, al vederla, gridò:

"Chicchirichì!

La nostra bimba sporca è ancora qui!"

E la pece le resto attaccata addosso e non volle andarsene finche visse.

Μία χήρα είχε δύο κόρες, η μία ήταν όμορφη και εργατική ενώ η άλλη άσχημη και τεμπέλα. Η χήρα αγαπούσε πολύ περισσότερο την άσχημη και τεμπέλα γιατί ήταν η πραγματική της κόρη. Έτσι η όμορφη έπρεπε να κάνει όλες τις δουλειές και να είναι η σταχτοπούτα του σπιτιού. Το καημένο το κορίτσι αναγκαζόταν να κάθεται πλάι σε ένα πηγάδι στο μεγάλο δρόμο, και έπρεπε να γνέθει τόσο πολύ που στο τέλος έτρεχε αίμα από τα δάχτυλα της.

Κάποια μέρα η κουβαρίστρα γέμισε με αίμα και το κορίτσι έσκυψε να την ξεπλύνει στο πηγάδι, τότε της γλίστρησε από το χέρι και της έπεσε στο νερό. Το κορίτσι άρχισε να κλαίει και έτρεξε να πει στην μητριά του για το κακό που την βρήκε. Εκείνη όμως την μάλωσε και της είπε: «εσύ άφησες την κουβαρίστρα να σου πέσει, εσύ να την ξαναφέρεις.» Έτσι το κορίτσι επέστρεψε στο πηγάδι και δεν ήξερε τι να κάνει.

Μέσα στην απελπισία της πήδηξε στο πηγάδι για να φέρει την κουβαρίστρα. Έχασε όμως τις αισθήσεις της, και όταν συνήλθε βρισκόταν σε μία ωραία πρασινάδα όπου έβγαινε ο ήλιος και χιλιάδες λουλούδια άνθιζαν. Σε αυτή την πρασινάδα προχώρησε και έφτασε σε έναν φούρνο ο οποίος ήταν γεμάτος με ψωμί, το ψωμί όμως φώναζε: «βγάλε με, αχ βγάλε με έξω, αλλιώς θα καώ! Έχει περάσει τόση ώρα που έχω ήδη ψηθεί!» Τότε πλησίασε και πήρε το φτυάρι του φούρναρη και έβγαλε τα ψωμιά το ένα μετά το άλλο από το φούρνο.

Μετά συνέχισε και έφτασε σε ένα δέντρο που ήταν γεμάτο με μήλα, από όπου της φώναζαν: «κούνησε το δέντρο, κούνησε το, εμείς τα μήλα ωριμάσαμε όλα μαζί!» Το κορίτσι τίναξε το δέντρο και τα μήλα άρχισαν να πέφτουν σαν βροχή, το κορίτσι συνέχισε να κουνάει την μηλιά μέχρι κανένα μήλο να μην μείνει στο δέντρο. Στο τέλος μάζεψε όλα τα μήλα σε έναν σωρό και προχώρησε παραπέρα. Τελικά έφτασε σε ένα σπίτι μέσα από το οποίο κοιτούσε μία γριά, επειδή όμως είχε τόσο μεγάλα δόντια, το κορίτσι την φοβήθηκε και προσπάθησε να το βάλει στα πόδια. Η γριά όμως του φώναξε: «Μη φοβάσαι καλό μου κορίτσι, μείνε μαζί μου και αν κάνεις όλες τις δουλειές που χρειάζεται το σπίτι με τάξη, τότε θα περάσεις καλά. Πρέπει να δώσεις μόνο προσοχή να μου στρώνεις το κρεβάτι και να το τακτοποιείς με προσοχή, και να τινάζεις τα παπλώματα με ζήλο ώστε να πετάνε τα πούπουλα γιατί τότε πέφτει χιόνι στον κόσμο. Εγώ είμαι η κυρά-Χόλε.» Επειδή η γριά της μίλησε τόσο καλά, το κορίτσι δέχτηκε να μπει στην υπηρεσία της. Τακτοποιούσε τα πάντα όπως ήθελε η γριά, τίναζε πάντοτε τα παπλώματα με τέτοια δύναμη που τα φτερά πετούσαν τριγύρω σαν νιφάδες χιονιού.

Ως αντάλλαγμα η γριά της παρείχε μία καλή ζωή μαζί της, ποτέ δεν της έλεγε έστω και μία κακιά κουβέντα και κάθε μέρα έτρωγαν εξαίσιο ψητό κα μαγειρευτό φαγητό.

Αφού πέρασε αρκετό καιρό μαζί με την κυρά-Χόλε, το κορίτσι στεναχωριόταν και αρχικά δεν ήξερε τι του έφταιγε, τελικά όμως κατάλαβε ότι είχε νοσταλγήσει το σπίτι της. Αν και περνούσε πολύ-πολύ καλύτερα από ότι στο σπίτι της, αυτή αισθάνθηκε να της λείπει. Τελικά είπε στην κυρά-Χόλε: «Με έχει πιάσει ένα παράπονο να δω το σπίτι μου, και παρόλο που περνάω τόσο καλά εδώ κάτω, δεν μπορώ να μείνω άλλο, πρέπει να ξαναπάω στους δικούς μου.» «Μου αρέσει που ζητάς να επιστρέψεις στο σπίτι σου» απάντησε η γριά «και επειδή μου υπηρέτησες πιστά, θέλω να σε ανεβάσω εγώ η ίδια πάλι επάνω.»

Πήρε λοιπόν το κορίτσι και το οδήγησε σε μία μεγάλη πύλη. Η πύλη άνοιξε και καθώς το κορίτσι περνούσε από την πύλη, έπεσε μία κατακλυσμιαία χρυσή βροχή, και όλο το χρυσάφι έμεινε κρεμασμένο πάνω της. «Αυτό είναι δικό σου επειδή ήσουν τόσο εργατική» της είπε η κυρά-Χόλε και της έδωσε πίσω την κουβαρίστρα που είχε πέσει στο πηγάδι. Μετά από αυτό έκλεισε η πύλη, και το κορίτσι βρισκόταν πάλι επάνω στον κόσμο που ήξερε, κοντά στο σπίτι της μητέρας της. Όταν έφτασε στην αυλή του σπιτιού της, ένας πετεινός που στεκόταν πάνω στο πηγάδι φώναξε:

«Κικιρικό, κικιρικό
Η χρυσή παρθένα είναι πάλι εδώ»

Όταν μπήκε στο σπίτι, η μητέρα της και η αδερφή της την καλοδέχτηκαν καθώς την είδαν σκεπασμένη με το χρυσάφι. Το κορίτσι διηγήθηκε όλα όσα της συνέβησαν . Η μητέρα ακούγοντας πως πλούτισε η όμορφη κόρη, θέλησε και η άλλη κόρη της να έχει την ίδια τύχη. Έτσι την έστειλε να καθίσει κοντά στο πηγάδι και να γνέθει.

Για να ματώσει το κουβάρι τσίμπησε το δάχτυλο της πιάνοντας έναν ακανθωτό θάμνο. Μετά πέταξε το κουβάρι στο πηγάδι και πήδηξε και η ίδια μέσα. Τέλος έφτασε στην ίδια πρασινάδα και ακολούθησε το ίδιο μονοπάτι με την αδερφή της.

Όταν έφτασε στον φούρνο και το ψωμί φώναζε: «βγάλε με, αχ βγάλε με έξω, αλλιώς θα καώ: έχει περάσει τόση ώρα που έχω ήδη ψηθεί!» η τεμπέλα αποκρίθηκε «άλλη όρεξη δεν είχα από το να λερωθώ!» και συνέχισε τον δρόμο της. Σύντομα έφτασε στη μηλιά που ακουγόταν η φωνή: «κούνα με, κούνα με, εμείς τα μήλα ωριμάσαμε όλα μαζί!» Το κορίτσι όμως απάντησε: «τι μου λέτε, θα μπορούσε κάποιο μήλο να μου πέσει στο κεφάλι!» και συνέχισε αδιάφορη. Όταν έφτασε μπροστά από το σπίτι της κυρά-Χόλε δεν φοβήθηκε, καθώς είχε ήδη ακούσει για τα μεγάλα της δόντια και αυτοπροτάθηκε να μπει στην υπηρεσία της.

Την πρώτη μέρα έβαλε τα δυνατά της, ήταν πολύ επιμελής και έκανε ότι της έλεγε η κυρά-Χόλε, καθώς σκεφτόταν το πολύ χρυσάφι το οποίο την περίμενε. Την δεύτερη μέρα άρχισε να τεμπελιάζει και την Τρίτη βαριόταν τόσο πολύ που δεν ήθελε να σηκωθεί από το κρεβάτι της. Ούτε συζήτηση να συγυρίσει και να τινάξει το κρεβάτι της γριάς. Σύντομα η γριά της είπε να διακόψει την υπηρεσία. Η τεμπέλα ήταν μάλλον ικανοποιημένη καθώς περίμενε την βροχή από χρυσάφι, και η γριά την πήγε απευθείας στην πύλη. Όταν όμως πέρασε από κάτω αντί για χρυσάφι χύθηκε πάνω της μια μαρμίτα θειάφι.

«Αυτή είναι η αμοιβή για τις υπηρεσίες σου» της είπε η γριά και έκλεισε την πύλη. Τότε επέστρεψε η τεμπέλα σπίτι, αλλά ήταν ολόκληρη σκεπασμένη με πίσσα. Ο πετεινός πάνω στο πηγάδι φώναξε μόλις την είδε:

«Κικιρικό,
Η βρόμικη παρθένα μας, επέστρεψε εδώ»

Η πίσσα έμεινε κολλημένη πάνω της και δεν έλεγε να φύγει σε όλη της την ζωή.



Change: Change: