Multilingual Folk Tale Database


Die Bremer Stadtmusikanten (Jacob & Wilhelm Grimm)

Οι μουσικοί της Βρέμης Die Bremer Stadtmusikanten
unknown author Jacob & Wilhelm Grimm
Greek German

Ένας μυλωνάς είχε έναν γάιδαρο που για πολλά χρόνια κουβαλούσε σακιά στον μύλο. Οι δυνάμεις του γαϊδάρου άρχισαν όμως να τον εγκαταλείπουν και δυσκολευόταν ολοένα και περισσότερο στη δουλειά. Έτσι ο ιδιοκτήτης του γαϊδάρου σκεφτόταν να του σταματήσει το φαγητό. Ο γάιδαρος καταλάβαινε ότι μέλλον του δεν θα ήταν ευχάριστο στον μύλο και μια μέρα έφυγε και ξεκίνησε να πάει στη Βρέμη. Στη Βρέμη σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να γίνει μουσικός.

Αφού περπάτησε λίγη ώρα βρήκε στο δρόμο ξαπλωμένο ένα κυνηγόσκυλο να βαριανασαίνει. «Τι έπαθες και ξεφυσάς ρε ιχνυλάτη;» τον ρώτησε ο γάιδαρος. «Τι να σου λέω» απαντά ο σκύλος «κάθε μέρα που περνάει γίνομαι και πιο αδύναμος.

Έχω χάσει τις ικανότητες μου και δεν μπορώ πια να κυνηγήσω, έτσι το αφεντικό μου προσπάθησε να με σκοτώσει! Το έβαλα στα πόδια και την γλίτωσα προς το παρόν, αλλά τώρα με ποιον τρόπο θα μπορέσω να βγάλω το ψωμί μου;» «Λοιπόν» του απαντάει ο γάιδαρος «πηγαίνω στη Βρέμη για να γίνω μουσικός, αν θέλεις έλα μαζί μου. Εγώ θα παίζω λαούτο και εσύ θα μάθεις να παίζεις τύμπανα.» Ο σκύλος συμφώνησε και έτσι προχωρήσανε μαζί.

Δεν πέρασε πολύ ώρα και συναντήσανε μια γάτα που έδειχνε απελπισμένη. «Τι έπαθες και είσαι άκεφος ρε μουστακοκαθαριστή;» ρωτάει ο γάιδαρος. «Που να τα βρω τα κέφια όταν μόλις γλίτωσα τη ζωή μου” απαντάει ο γάτος. «Τώρα που μεγάλωσα και τα δόντια μου σταμάτησαν να κόβουν, προτιμώ να κάθομαι πίσω από την σόμπα και να ζεσταίνομαι παρά να κυνηγάω ποντίκια. Έτσι η κυρά μου θέλησε να με πνίξει. Κατάφερα βέβαια να ξεφύγω αλλά τώρα δεν ξέρω τι να κάνω». «Έλα μαζί μας στη Βρέμη» απάντησε ο γάιδαρος «εσύ ξέρεις να νιαουρίζεις όλη νύχτα οπότε θα γίνεις μια χαρά μουσικός.» Ο γάτος θεώρησε ότι είναι καλή η πρόταση και έτσι τους ακολούθησε. Μετά από αυτό οι τρεις τους πέρασαν από έξω από ένα αγρόκτημα. Στην πύλη του αγροκτήματος καθόταν ένας πετεινός και φώναζε όσο μπορούσε. «Τι φωνάζεις με τόση ένταση ρε κοκκινολαίμη» ρώτησε ο γάιδαρος «ποιος είναι ο σκοπός σου;» «Αύριο που είναι Κυριακή η κυρά μας περιμένει κόσμο και έτσι άκουσα που είπε στην μαγείρισσα να μου κόψει το κεφάλι και να με βάλει στη σούπα. Οπότε φωνάζω με όλες μου τις δυνάμεις όσο μπορώ ακόμη». «Αμάν μη κάνεις έτσι» απαντάει ο γάιδαρος «ακολούθησε μας που πηγαίνουμε στη Βρέμη. Κάτι καλύτερο από τον θάνατο μπορείς να βρεις παντού. Αλλά έχεις ωραία φωνή και αν παίξουμε όλοι μαζί μουσική θα μπορέσουμε να συνδυαστούμε πολύ όμορφα». Η πρόταση άρεσε στον πετεινό και έτσι έφυγαν όλοι μαζί.

Δεν μπόρεσαν να φτάσουν στη Βρέμη σε μία μόνο μέρα και το βραδάκι φτάσανε σε ένα δάσος όπου ήθελαν να διανυκτερεύσουν. Ο γάιδαρος και ο σκύλος ξάπλωσαν κάτω από ένα μεγάλο δέντρο, ενώ η γάτα και ο πετεινός ανέβηκαν στα κλαδιά. Ο πετεινός πέταξε μέχρι την κορυφή όπου θα ήταν ασφαλέστερα για αυτόν. Πριν κοιμηθεί κοίταξε και στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και του φάνηκε ότι είδε να ανάβει ένα φως. Αμέσως ενημέρωσε τους υπόλοιπους και τους είπε ότι κοντά τους θα πρέπει να υπάρχει κάποιο σπίτι αφού βλέπει να ανάβει φως. Ο γάιδαρος απάντησε: «Να ξεκινήσουμε να πάμε γιατί εδώ η διανυκτέρευση είναι επικίνδυνη.» Ο σκύλος είπε ότι μερικά κόκαλα με λίγο κρεατάκι θα ήταν ότι έπρεπε. Έτσι ξεκίνησαν προς την περιοχή όπου ήταν το φως και σύντομα είδαν το φως να λάμπει ολοένα και πιο έντονα μέχρι που έφτασαν σε ένα φωτισμένο λημέρι λιστών.

Ο γάιδαρος που ήταν ο μεγαλύτερος, πλησίασε στο παράθυρο και κοίταξε να δει τι γινόταν μέσα.

«Τι βλέπεις Ψαρή;» ρώτησε ο πετεινός. «Τι να βλέπω;» απάντησε ο γάιδαρος «ένα τραπέζι στρωμένο με κάθε λογής φαγητό και ποτό, και οι ληστές κάθονται και καλοπερνάνε.» «Μια χαρά θα ήτανε για μας» είπε ο πετεινός. «Ναι, ναι, μακάρι να ήμασταν και εμείς εκεί» είπε ο γάιδαρος.» Τότε οι τέσσερις φίλοι συσκέφτηκαν για το πώς θα μπορούσαν να διώξουν τους ληστές. Τελικά βρήκαν τη λύση. Ο γάιδαρος στάθηκε με τα μπροστινά του πόδια στο περβάζι του παραθύρου, ο σκύλος πήδηξε στην πλάτη του γάιδαρου, η γάτα ανέβηκε στην πλάτη του σκύλου και τέλος ο πετεινός πέταξε και ανέβηκε στο κεφάλι της γάτας.

Αφού ανέβηκε ο ένας πάω στον άλλον άρχισαν συγχρονισμένα να «παίζουν» την μουσική τους: ο γάιδαρος γκάριζε, ο σκύλος γαύγιζε, η γάτα νιαούριζε και ο πετεινός λαλούσε. Στη συνέχεια όρμισαν μέσα από το κλειστό παράθυρο σπάζοντας το τζάμι δημιουργώντας έναν εκκωφαντικό θόρυβο από τα σπασμένα κρύσταλλα. Οι ληστές τρόμαξαν από τους θορύβους και θεώρησαν ότι στο λιμέρι τους μπήκε κάποιο φάντασμα. Έτσι το έσκασαν από τον φόβο τους και πήγαν να κρυφτούν στο δάσος.

Μετά από αυτό οι τέσσερις σύντροφοι κάθισαν στο τραπέζι και έφαγαν με τόση λαιμαργία σαν να είχανε μείνει νηστικοί εδώ και ένα μήνα.

Όταν τελείωσαν με το φαγητό, έσβησαν τα φώτα και έψαξαν να βρούνε ένα μέρος για να κοιμηθούν, ανάλογα με τις ανάγκες και την φύση του καθενός τους. Ο γάιδαρος κοιμήθηκε στον στάβλο, ο σκύλος πίσω από την πόρτα, η γάτα πάνω στη εστία της φωτιάς δίπλα από τις στάχτες και ο πετεινός σε ένα δοκάρι της σκεπής. Καθώς ήταν όλοι τους πολύ κουρασμένοι αποκοιμήθηκαν σχεδόν αμέσως.

Όταν πέρασαν τα μεσάνυχτα και οι ληστές είδαν από μακριά ότι δεν υπήρχε πια κανένα φως και ότι όλα ήταν ήσυχα αποφάσισαν να ξανάπανε στο λημέρι τους. «Δεν θα έπρεπε να το βάλουμε έτσι στα πόδια» είπε ο αρχηγός τους και έστειλε έναν από τους άνδρες του να πάει και να ερευνήσει την κατάσταση. Ο απεσταλμένος τα βρήκε όλα ήσυχα και πήγε στην κουζίνα για να ανάψει ένα φως. Τα μάτια της γάτας γυάλιζαν και καθώς ήταν δίπλα από τις στάχτες, ο ληστής νόμισε ότι ήταν κάρβουνα τα οποία ήταν ακόμη μισο-αναμμένα. Έτσι πήρε ένα δαδί και πλησίασε ώστε να ανάψει από τα κάρβουνα. Όμως η γάτα δεν δίστασε καθόλου: πετάχτηκε στο πρόσωπο του ληστή και τον γρατσούνισε. Ο ληστής δεν ήταν προετοιμασμένος για κάτι τέτοιο, τρόμαξε και έτρεξε προς την πίσω πόρτα, αλλά ο σκύλος ο οποίος ήταν ξαπλωμένος πετάχτηκε και του δάγκωσε το πόδι. Μετά από αυτό ο ληστής βγήκε στην αυλή τρέχοντας αλλά με το που πέρασε από τον στάβλο του έριξε και μια γερή κλοτσιά ο γάιδαρος. Ο πετεινός που ξύπνησε από την φασαρία άρχισε να λαλεί από το δοκάρι «κικερικί!»

Μετά ο ληστής έτρεξε όσο μπορούσε και αφού επέστρεψε στον αρχηγό του, του ανέφερε: «στο σπίτι μένει μια τρομακτική γριά μάγισσα η οποία με άπαξε και μου γρατσούνισε το πρόσωπο με τα μακριά της δάχτυλα. Επίσης μπροστά από την πόρτα φιλάει ένας άντρας με ένα μαχαίρι που μου μαχαίρωσε το πόδι, ενώ στην αυλή είναι ένα μαύρο τέρας που με χτύπησε με ένα ξύλινο ρόπαλο! Τέλος πάνω στη σκεπή είναι ένα δικαστής που φώναζε: τον ληστή φέρτε μου τον ληστή.»

Από τότε δεν ξανατόλμησαν οι ληστές να επιστρέψουν στο λημέρι τους και έτσι οι τέσσερις μουσικοί της Βρέμης συνέχισαν να μένουν εκεί.

Es hatte ein Mann einen Esel, der schon lange Jahre die Säcke unverdrossen zur Mühle getragen hatte, dessen Kräfte aber nun zu Ende gingen, so dass er zur Arbeit immer untauglicher ward. Da dachte der Herr daran, ihn aus dem Futter zu schaffen, aber der Esel merkte, dass kein guter Wind wehte, lief fort und machte sich auf den Weg nach Bremen; dort, meinte er, könnte er ja Stadtmusikant werden. Als er ein Weilchen fortgegangen war, fand er einen Jagdhund auf dem Wege liegen, der jappte wie einer, der sich müde gelaufen hat. "Nun, was jappst du so, Packan?" fragte der Esel. "Ach," sagte der Hund, "weil ich alt bin und jeden Tag schwächer werde, auch auf der Jagd nicht mehr fort kann, hat mich mein Herr wollen totschlagen, da hab ich Reissaus genommen; aber womit soll ich nun mein Brot verdienen?" - "Weisst du was?" sprach der Esel, "ich gehe nach Bremen und werde dort Stadtmusikant, geh mit und lass dich auch bei der Musik annehmen. Ich spiele die Laute und du schlägst die Pauken." Der Hund war's zufrieden, und sie gingen weiter. Es dauerte nicht lange, so sass da eine Katze an dem Weg und macht ein Gesicht wie drei Tage Regenwetter. "Nun, was ist dir in die Quere gekommen, alter Bartputzer?" sprach der Esel. "Wer kann da lustig sein, wenn's einem an den Kragen geht," antwortete die Katze, "weil ich nun zu Jahren komme, meine Zähne stumpf werden, und ich lieber hinter dem Ofen sitze und spinne, als nach Mäusen herumjagen, hat mich meine Frau ersäufen wollen; ich habe mich zwar noch fortgemacht, aber nun ist guter Rat teuer: wo soll ich hin?" - "Geh mit uns nach Bremen, du verstehst dich doch auf die Nachtmusik, da kannst du ein Stadtmusikant werden." Die Katze hielt das für gut und ging mit. Darauf kamen die drei Landesflüchtigen an einem Hof vorbei, da sass auf dem Tor der Haushahn und schrie aus Leibeskräften. "Du schreist einem durch Mark und Bein," sprach der Esel, "was hast du vor?" - "Da hab' ich gut Wetter prophezeit," sprach der Hahn, "weil unserer lieben Frauen Tag ist, wo sie dem Christkindlein die Hemdchen gewaschen hat und sie trocknen will; aber weil morgen zum Sonntag Gäste kommen, so hat die Hausfrau doch kein Erbarmen und hat der Köchin gesagt, sie wollte mich morgen in der Suppe essen, und da soll ich mir heut abend den Kopf abschneiden lassen. Nun schrei ich aus vollem Hals, solang ich kann." - "Ei was, du Rotkopf," sagte der Esel, "zieh lieber mit uns fort, wir gehen nach Bremen, etwas Besseres als den Tod findest du überall; du hast eine gute Stimme, und wenn wir zusammen musizieren, so muss es eine Art haben." Der Hahn liess sich den Vorschlag gefallen, und sie gingen alle vier zusammen fort.

Sie konnten aber die Stadt Bremen in einem Tag nicht erreichen und kamen abends in einen Wald, wo sie übernachten wollten. Der Esel und der Hund legten sich unter einen grossen Baum, die Katze und der Hahn machten sich in die Äste, der Hahn aber flog bis an die Spitze, wo es am sichersten für ihn war. Ehe er einschlief, sah er sich noch einmal nach allen vier Winden um, da deuchte ihn, er sähe in der Ferne ein Fünkchen brennen, und rief seinen Gesellen zu, es müsste nicht gar weit ein Haus sein, denn es scheine ein Licht. Sprach der Esel: "So müssen wir uns aufmachen und noch hingehen, denn hier ist die Herberge schlecht." Der Hund meinte: "Ein paar Knochen und etwas Fleisch dran täten ihm auch gut." Also machten sie sich auf den Weg nach der Gegend, wo das Licht war, und sahen es bald heller schimmern, und es ward immer grösser, bis sie vor ein helles, erleuchtetes Räuberhaus kamen. Der Esel, als der grösste, näherte sich dem Fenster und schaute hinein. "Was siehst du, Grauschimmel?" fragte der Hahn. "Was ich sehe?" antwortete der Esel, "einen gedeckten Tisch mit schönem Essen und Trinken, und Räuber sitzen daran und lassen's sich wohl sein." - "Das wäre was für uns," sprach der Hahn. "Ja, ja, ach, wären wir da!" sagte der Esel. Da ratschlagten die Tiere, wie sie es anfangen müssten, um die Räuber hinauszujagen und fanden endlich ein Mittel. Der Esel musste sich mit den Vorderfüssen auf das Fenster stellen, der Hund auf des Esels Rücken springen, die Katze auf den Hund klettern, und endlich flog der Hahn hinauf, und setzte sich der Katze auf den Kopf. Wie das geschehen war, fingen sie auf ein Zeichen insgesamt an, ihre Musik zu machen: der Esel schrie, der Hund bellte, die Katze miaute und der Hahn krähte. Dann stürzten sie durch das Fenster in die Stube hinein, dass die Scheiben klirrten. Die Räuber fuhren bei dem entsetzlichen Geschrei in die Höhe, meinten nicht anders, als ein Gespenst käme herein, und flohen in grösster Furcht in den Wald hinaus. Nun setzten sich die vier Gesellen an den Tisch, nahmen mit dem vorlieb, was übriggeblieben war, und assen nach Herzenslust.

Wie die vier Spielleute fertig waren, löschten sie das Licht aus und suchten sich eine Schlafstelle, jeder nach seiner Natur und Bequemlichkeit. Der Esel legte sich auf den Mist, der Hund hinter die Tür, die Katze auf den Herd bei der warmen Asche, der Hahn setzte sich auf den Hahnenbalken, und weil sie müde waren von ihrem langen Weg, schliefen sie auch bald ein. Als Mitternacht vorbei war und die Räuber von weitem sahen, dass kein Licht mehr im Haus brannte, auch alles ruhig schien, sprach der Hauptmann: "Wir hätten uns doch nicht sollen ins Bockshorn jagen lassen," und hiess einen hingehen und das Haus untersuchen. Der Abgeschickte fand alles still, ging in die Küche, ein Licht anzünden, und weil er die glühenden, feurigen Augen der Katze für lebendige Kohlen ansah, hielt er ein Schwefelhölzchen daran, dass es Feuer fangen sollte. Aber die Katze verstand keinen Spass, sprang ihm ins Gesicht, spie und kratzte. Da erschrak er gewaltig, lief und wollte zur Hintertüre hinaus, aber der Hund, der da lag, sprang auf und biss ihn ins Bein, und als er über den Hof an dem Miste vorbeikam, gab ihm der Esel noch einen tüchtigen Schlag mit dem Hinterfuss; der Hahn aber, der vom Lärmen aus dem Schlaf geweckt und munter geworden war, rief vom Balken herab: "Kikeriki!" Da lief der Räuber, was er konnte, zu seinem Hauptmann zurück und sprach: "Ach, in dem Haus sitzt eine greuliche Hexe, die hat mich angehaucht und mit ihren langen Fingern mir das Gesicht zerkratzt. Und vor der Tür steht ein Mann mit einem Messer, der hat mich ins Bein gestochen. Und auf dem Hof liegt ein schwarzes Ungetüm, das hat mit einer Holzkeule auf mich losgeschlagen. Und oben auf dem Dache, da sitzt der Richter, der rief: 'Bringt mir den Schelm her!' Da machte ich, dass ich fortkam." Von nun an getrauten sich die Räuber nicht weiter in das Haus, den vier Bremer Musikanten gefiel's aber so wohl darin, dass sie nicht wieder heraus wollten.



Change: Change: