Multilingual Folk Tale Database


Der Wolf und die sieben jungen Geisslein (Jacob & Wilhelm Grimm)

Ο λύκος και τα επτά κατσικάκια Ulven og de sju geitekillingene
unknown author unknown author
Greek Norwegian

Ήταν μια φορά μία κατσίκα η οποία είχε επτά μικρά κατσικάκια. Η κατσίκα αγαπούσε πολύ τα κατσικάκια της όπως κάθε μητέρα μητέρα αγαπάει τα παιδιά της. Μια μέρα πήγε στο δάσος για να τους φέρει φαγητό και πριν φύγει τα φώναξε κοντά της και τους λέει: «παιδάκια μου εγώ θα βγω στο δάσος, για αυτό εσείς θα πρέπει να προσέχετε. Ειδικά να φυλαχτείτε από τον λύκο γιατί αν μπει μέσα στο σπίτι, θα σας φάει όλα όπως είσαστε με τη μία. Έχετε τον νου σας γιατί ο κακούργος μπορεί και μεταμφιέζεται και αλλάζει όσες μορφές θέλει. Ότι και να κάνει όμως, πάντοτε η φωνή του παραμένει βραχνή και τα πόδια του είναι μαύρα».

Τα κατσικάκια απάντησαν: «μητέρα μη φοβάσαι θα προσέχουμε, πήγαινε εσύ και μη στεναχωριέσαι». Έτσι η κατσίκα ξεκίνησε ήσυχη για το δάσος.

Δεν πέρασε πολύ ώρα και κάποιος χτύπησε την πόρτα φωνάζοντας: «ανοίξτε παιδιά μου, είμαι η μαμά σας και έφερα κάτι για τον καθέναν από εσάς». Αλλά τα κατσικάκια άκουσαν την βραχνή φωνή και κατάλαβαν ότι είναι ο λύκος. «Φύγε λύκε και δεν θα σου ανοίξουμε, η μητέρα μας έχει μια λεπτή γλυκιά φωνή ενώ η δικιά σου είναι βραχνή».

Τότε ο λύκος πήγε σε έναν πλανόδιο πωλητή και αγόρασε ένα μεγάλο κομμάτι κιμωλία. Αφού έφαγε την κιμωλία η φωνή του έγινε ψιλή. Μετά επέστρεψε και χτύπησε την πόρτα φωνάζοντας: «ανοίξτε παιδιά μου, είμαι η μαμά σας και έφερα κάτι για τον καθέναν από εσάς!»

Αλλά ο λύκος είχε ακουμπήσει το μαύρο πόδι του στο παράθυρο. Τα παιδιά που παρατήρησαν το μαύρο πόδι απάντησαν: «δεν σου ανοίγουμε, η μαμά μας δεν έχεις μαύρο πόδι όπως εσύ: εσύ είσαι ο λύκος».

Μόλις είδε ότι και πάλι δεν του άνοιξαν τα παιδιά, πήγε τρέχοντας στον φούρναρη και του λέει: «χτύπησα το πόδι μου, άλειψε το με ζυμάρι για να μην πονάει». Όταν ο φούρναρης έβαλε το ζυμάρι στο πόδι, ο λύκος πήγε στον μυλωνά και του ζήτησε να του ρήξει αλεύρι πάνω στη ζύμη. Ο μυλωνάς σκέφτηκε ότι κάποια βρομοδουλειά θα ετοιμάζει και αρνήθηκε. Τότε ο λύκος τον απείλησε: «αν δεν βάλεις αλεύρι θα σε φάω». Έτσι ο μυλωνάς έρηξε άσπρο αλεύρι πάνω στη ζύμη που είχε στο πόδι του ο λύκος.

Μετά από αυτό ο κακοποιός πήγε για τρίτη φορά στο σπίτι με τα κατσικάκια και αφού χτύπησε την πόρτα του είπε: “Ανοίξτε μου παιδάκια μου, η μητερούλα σας είμαι. Μόλις γύρισα από το δάσος και έχω φέρει κάτι για τον καθέναν από εσας”. Τα κατσικάκια τότε απάντησαν: “δείξε μας το πόδι σου για να δούμε αν είσε πράγματι η μητερούλα μας”. Τότε έβαλε το πόδι του στο παράθυρο και όταν είδαν ότι είναι άσπρο πίστεψαν ότι έλεγε την αλήθεια και άνοιξαν την πόρτα. Αυτός όμως που μπήκε μέσα ήταν ο λύκος.

Μόλις τον είδαν τα κατσικάκια τρόμαξαν και έτρεξαν να κρυφτούνε. Το ένα πήδηξε και κρύφτηκε κάτω από το τραπέζι, το δέυτερο κάτω από το κρεβάτι, το τρίτο μέσα στον φούρνο, το τέταρτο μέσα στην κουζίνα, το πέμπτο μέσα στην ντουλάπα, το έκτο μέσα στην λεκάνη του νεροχύτη και το έβδομο στο ντουλάπι του ρολογιού. Αλλά ο λύκος τα βρήκε όλα και δεν καθυστέρησε καθόλου, κατάπινε το ένα κατσικάκι μετά το άλλο. Μόνο το έβδομο κατσικάκι, το μικρότερο που είχε κρυφτεί στο ντουλάπι του ρολογιού δεν κατάφερε να βρει. Μόλις ο λύκος ευχαρίστησε την όρεξη του σύρθηκε βαρύς βαρύς και ξάπλωσε έξω στην πρασινάδα κάτω από δέντρο και αποκοιμήθηκε.

Δεν πέρασε πολύ ώρα όταν η κατσίκα επέστρεψε στο σπίτι της. Τι ήταν αυτό που αντίκρυσε η δύστυχη; Η πόρτα ήταν ορθάνυχτη: το τραπέζι, η καρέκλες και οι πάγκοι ήταν αναποδογυρισμένα, ο νιπτήρας σπασμένος, η κουβέρτα και τα μαξιλάρια πεταμένα κάτω από το κρεβάτι. Έψαχνε για τα παιδιά της αλλά πουθενά δεν μπορούσε να τα βρει. Μετά άρχισε να τα φωνάζει ένα, ένα με το ονομά τους αλλά κανένα δεν απαντούσε. Επιτέλους όταν φώναξε το μικρότερο, τότε ακούστηκε μία λεπτή φωνούλα η οποία έλεγε: «εδώ μανούλα στο ντουλάπι του ρολογιού.» Η μητέρα πήγε στο ρολόι και έβγαλε το μικρό της. Θα μπορείτε να φανταστείτε πόσο πολύ έκλαψε η κατσίκα για τα καημένα τα παιδιά της.

Επιτέλους παρά την θλίψη της βγήκε από το σπίτι και το μικρό το κατσικάκι την ακολούθησε. Μόλις έφτασε στην πρασινάδα βρήκε τον λύκο ο οποίος ήταν ξαπλωμένος κάτω από ένα δέντρο και ροχάλιζε. Η κατσίκα τον παρατηρούσε από όλες τις πλευρές μέχρι που τελικά είδε ότι στην παρατεντωμένη κοιλιά του κάτι κουνιόταν.

«Θεέ μου, λες να είναι ακόμη ζωντανά τα καημένα τα παιδάκια μου;» αναρωτήθηκε.

Έστειλε τότε το μικρό κατσικάκι στο σπίτι για να φέρει ψαλίδι, σχοινί και ύφασμα. Μετά έκοψε την κοιλάρα του τέρατος και πριν ακόμη ολοκληρώσει καλά- καλά την πρώτη κοψιά, τσουπ πετάχτηκε το κεφαλάκι από το πρώτο κατσικάκι.

Καθώς συνέχισε να κόβει πετάχτηκαν και τα έξι κατσικάκια έξω. Όλα ήταν ακόμη ζωντανά και δεν είχαν πάθει απολύτως τίποτα, καθώς ο λύκος τα είχε καταπιεί ολόκληρα από την λαιμαργία του. Η κατσίκα και τα κατσικάκια χαιρόταν και χόρευαν από την ευτυχία τους.

Η μητέρα όμως τα έστειλε να πάνε να βρούνε πέτρες για να γεμίσουν την κοιλιά του κακού λύκου όσο ακόμα κοιμόταν. Τότε τα επτά κατσικάκια κουβάλησαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν πέτρες και τις βάλανε στην κοιλιά του λύκου. Μετά η κατσίκα μπάλωσε την κοιλιά όσο πιο γρήγορα μπορούσε.

Όταν επιτέλους ξύπνησε ο λύκος σηκώθηκε στα πόδια του, και επειδή οι πέτρες του προκάλεσαν τεράστια διψά, ήθελε να πάει σε ένα πηγάδι και να πιει. Όταν όμως άρχισε να περπατάει οι πέτρες στην κοιλιά του άρχισαν να κουνάνε πέρα δώθε. Τότε φώναξε:

«τι κουνάει και χτυπάει
Και είναι μέσα στην κοιλιά
Νόμιζα ήταν κατσικάκια
Μα σαν πέτρα με χτυπά»

κατσικάκια τότε πήγαν στο πηγάδι και φώναζαν: «Ο λύκος πέθανε, ο λύκος πέθανε» και χόρευαν με την μητέρα τους γύρω, γύρω από το πηγάδι.

En gang var det en geit som hadde syv små kje, og hun var så glad i dem som bare en mor kan være. En dag skulle hun ut i skogen etter mat, men før hun gikk, ropte hun alle ungene inn til seg og sa: - Kjære barna mine, jeg må ut i skogen etter mat til dere. Nå må dere passe dere godt for ulven, for hvis han slipper inn i stua, eter han dere alle sammen med hud og hår. Det verste er at han kan skape seg om på så mange måter. Men dere kan alltid kjenne ham på det grove målet og de svarte føttene hans.

- Bare gå du, mor, svarte killingen. - Vi skal nok passe oss. Du kan være helt trygg! Så mekret mor og gikk rolig ut i skogen.

Det var ikke lenge før det banket på døren, og en ropte: - Lukk opp for meg, barn! Mor er kommet hjem og har med noe til dere! Men killingene hørte på målet at det måtte være ulven. - Å nei, vi lukker nok ikke opp for deg! ropte de. - Du er ikke mor vår, for hun er så fin og grann i målet. Du er ulven, det hører vi godt!

Da gikk ulven til landhandleren og kjøpte et stort stykke kritt. Og da han hadde spist det, ble han så fin i målet. Så skyndte han seg tilbake igjen og banket på døren. - Lukk opp, barna mine! Mor er kommet hjem og har med noe godt til dere.

Men han hadde stukket den svarte labben sin like bort ved vinduet, slik at barna så den. Og så ropte de: - Å nei, vi lukker ikke opp for deg, for du er ulven. Moren vår har ikke slike svarte føtter.

Da løp ulven til en baker og sa: Jeg har støtt foten min, stryk litt deig på den! Og bakeren klinte labbene hans inn med deig. Så løp han til mølleren og sa: - Strø hvitt mel på labbene mine!

Men mølleren skjønte at ulven tenkte på noe vondt, og så ville han ikke. Da sa ulven: - Hvis du ikke gjør det, så eter jeg deg! Og da ble mølelren redd og gjorde labbene hans hvite.

Så gikk ulven for tredje gang og banket på: - Lukk opp! Mor er kommet hjem og har med noe godt til dere! Geitekillingene svarte: - La oss først få se labbene dine, så vi ser om du er moren vår!

Da la ulven labbene sine i vinduet. Og da ungene så at den var hvit, trodde de at det var sant alt det den hadde sagt. Så åpnet de døren, men den som kom inn, det var ulven! Nå ble de stakkars ungene redde og ville gjemme seg.

Den ene sprang under bordet, den andre opp i sengen, den tredje inn i ovnen, den fjerde i kjøkkenet, den femte i skapet, den sjette under vaskefatet og den syvende i klokkekassen. Men ulven fant dem etter tur, og han var så glupsk at han slukte dem alle sammen. Bare den minste i klokkekassen kunne han ikke finne.

Men nå var han ordentlig mett også. Derfor ruslet han ut på vollen og la seg under et tre, og der sovnet han.

Like etter kom en geitemor hjem fra skogen. Og hva var det hun så? Døren stod på vidt gap, stoler og benker var kastet om hverandre. Vaskefatet lå i småbiter på gulvet, og tepper og puter var revet ut av sengen. Hun lette og lette etter barna, men kunne ikke finne dem. Hun ropte på dem også, den ene etter den andre, men ingen svarte. Endelig, da hun kom til den yngste, svarte en tynn, liten stemme: - Jeg er i klokkekassen, mor! Geitemor halte ham ut, og så fortalte han at ulven hadde kommet og ett opp alle de andre. Stakkars geitemor, hun gråt og gråt.

Til slutt gikk hun utenfor, og det vesle kjeet løp med. Da de kom ut på vollen, så de ulven som lå under treet og snorket så grenene skalv. Geitemor så nøye på den, og plutselig så hun at noe rørte seg inne i den store, fulle ulvemaven. - Å nei, å nei, tenkte hun, - kanskje de stakkars barna mine lever ennå! Så løp hun inn etter kniv og nål og tråd og skar opp maven på ulven. Og etter som hun skar, spratt killingene ut, den ene etter den andre, til de var der alle seks. De var like levende som før og hadde ikke lidd noe vondt.

Nå ble det vel glede! De fløy rett i armene på mor og hoppet omkring henne, men mor sa: - Gå og plukk sammen mange, mange gråstein, barn. Vi vil fylle maven på ulven mens den sover.

Og så stappet de hele ulvemaven full med stein, så mange som de kunne få inn. Geitemor sydde maven sammen igjen. og ulven merket ingen ting og rørte ikke på seg engang.

Til slutt var ulven utsovet og reiste seg. Men den var blitt tørst av alle steinene i maven og ville gå ned til brønnen for å drikke. Da den begynte å gå, skranglet steinene inne i maven på den, og ulven ropte:

Hva ramler og skramler i maven min? Det skulle vel være geitebein, men jamen kjennes det ikke som stein!

Da den kom til brønnen og bøyde seg utover kanten for å drikke, ramlet alle steinene fremovre og trakk den med seg ned i vannet så den druknet.

De syv små geitekillingene sprang bort til brønnen og ropte: - Ulven er død! Ulven er død! Og så danset de med moren sin rundt brønnen, så glade var de over at den stygge ulven hadde druknet.



Change: Change: