Multilingual Folk Tale Database


Der Froschkönig oder der eiserne Heinrich (Jacob & Wilhelm Grimm)

Ο βασιλιάς βάτραχος ή ο σιδερένιος Ερρίκος Frøkongen eller Jernhenrik
unknown author unknown author
Greek Danish

Τα παλιά τα χρόνια, όταν η ευχές έπιαναν ακόμη τόπο, ζούσε ένας βασιλιάς που είχε πολλές όμορφες κόρες. Η μικρότερη όμως ήταν τόσο όμορφη, που ακόμη και ο ήλιος αναρωτιόταν κάθε φορά που της φώτιζε το πρόσωπο.

Κοντά στο παλάτι του βασιλιά ήταν ένα μεγάλο δάσος όπου υπήρχε ένα πηγάδι. Όποτε είχε πολύ ζέστη η μικρή βασιλοπούλα συνήθιζε να κάθεται δίπλα στο πηγάδι για να δροσιστεί. Συνήθιζε να παίζει με μία χρυσή σφαίρα την οποία πετούσε στον αέρα και την έπιανε. Από όλα της τα παιχνίδια αυτή τη σφαίρα την αγαπούσε πιο πολύ. Κάποια μέρα η σφαίρα της, της έφυγε από τα χέρια και αφού αναπήδησε στο έδαφος έπεσε μέσα στο πηγάδι. Η βασιλοπούλα έβλεπε την σφαίρα να πέφτει στο νερό, αλλά το πηγάδι ήταν τόσο βαθύ που δεν φαινόταν ο πάτος του. Τότε το κορίτσι άρχισε να κλαίει απαρηγόρητα, και όσο περνούσε η ώρα έκλαιγε ολοένα και πιο δυνατά. Καθώς έκλεγε, της φώναξε κάποιος: «Τι έχεις βασιλοπούλα, κλαις τόσο πολύ που θα σε λυπόταν ακόμη και μία πέτρα!» Η βασιλοπούλα κοίταξε γύρω της για να δει ποιος μίλησε. Τότε είδε έναν βάτραχο ο οποίος είχε βγάλει το γλοιώδη κεφάλι του από ο νερό.

«Ά, εσύ είσαι νεροανακατωσάρη;» του λέει η βασιλοπούλα «κλαίω για την χρυσή μου σφαίρα η οποία μου έπεσε στο πηγάδι.» «Ησύχασε και μη κλαις και εγώ μπορώ να σου βρω τη λύση» απάντησε ο βάτραχος «αλλά πες μου τι θα μου δώσεις αν σου φέρω το παιχνίδι σου;» «Ότι σου αρέσει και αγαπάς βατραχάκο μου» απάντησε η κοπέλα «τα ρούχα μου, τα χρυσαφικά και τα διαμαντικά μου, ακόμη και την χρυσή κορώνα που φοράω.» «Τα ρούχα σου, τα χρυσαφικά και η κορώνα σου δεν με ενδιαφέρουν, αλλά αν θέλεις να με αγαπάς και να είμαι ο φίλος στα παιχνίδια σου, να με αφήνεις να κάθομαι δίπλα σου στο τραπεζάκι σου, να τρώω από το πιατάκι σου, να πίνω από το ποτηράκι σου και να κοιμάμαι δίπλα σου στο κρεβατάκι σου: αν μου τα υποσχεθείς αυτά θα κατεβώ στο πηγάδι και θα σου ξαναφέρω την χρυσή σου σφαίρα». «Α καλά», απάντησε η κοπέλα «σου υπόσχομαι ότι θέλεις αρκεί να μου φέρεις τη χρυσή μου σφαίρα.» Ωστόσο από μέσα της σκεφτόταν ότι η θέση του βάτραχου είναι με τους όμοιούς του μέσα στο νερό και δεν θα μπορούσε να είναι φίλος κανενός ανθρώπου.

Μόλις ο βάτραχος άκουσε ότι η βασιλοπούλα συμφωνεί βούτηξε στο νερό. Αφού εξαφανίστηκε για λίγο εμφανίστηκε πάλι στην επιφάνεια του νερού έχοντας την σφαίρα στο στόμα. Μετά πέταξε την σφαίρα στο γρασίδι. Η βασιλοπούλα χάρηκε πολύ μόλις είδε το παιχνίδι της, το πήρε στα χέρια και έφυγε τρέχοντας. «Περίμενε, περίμενε να με πάρεις μαζί σου δεν μπορώ να τρέχω τόσο γρήγορα σαν εσένα» φώναξε ο βάτραχος. Ωστόσο όσο και να φώναζε ο βάτραχος, η βασιλοπούλα δεν έδινε σημασία και επέστρεψε τρέχοντας στο παλάτι και σύντομα είχε ξεχάσει τον βάτραχο.

Την επόμενη μέρα η βασιλοπούλα καθόταν για φαγητό στο τραπέζι με τον βασιλιά και τους υπόλοιπους αυλικούς. Τότε κάτι άρχισε να ανεβαίνει την μαρμάρινη σκάλα: «πλιτς-πλατς, πλιτς-πλατς». Τελικά όταν έφτασε πάνω χτύπησε την πόρτα και φώναξε «βασιλοπούλα, από τις αδελφές η νεότερη, άνοιξε μου την πόρτα!» Η βασιλοπούλα έτρεξε στην πόρτα τρέχοντας γεμάτη περιέργεια για το ποιος την φωνάζει. Μόλις άνοιξε την πόρτα όμως είδε μπροστά της τον βάτραχο.

Τότε έκλεισε την πόρτα με δύναμη και επέστρεψε φοβισμένη στο τραπέζι. Ο βασιλιάς που παρατήρησε ότι η κόρη του είχε ταραχτεί την ρώτησε: «τι σε φόβισε παιδί μου, μήπως είναι κανένας γίγαντας μπροστά από την πόρτα και θέλει να σε πάρει;» «Όχι, όχι» απάντησε «δεν είναι γίγαντας αλλά ένας γλοιώδεις βάτραχος.» «Τι σε θέλει ο βάτραχος;» «Τι να σου πω πατερούλη μου, χθες που ήμουν στο πηγάδι και έπαιζα, μου έπεσε η χρυσή μου σφαίρα στο νερό. Επειδή έκλαιγα πολύ, μου την έφερε ένας βάτραχος και επειδή μου το ζήτησε του υποσχέθηκα ότι θα γίνει φίλος μου. Είχα σκεφτεί ότι δεν θα μπορούσε να αποχωριστεί το νερό του, όμως να που τώρα είναι έξω από τη πόρτα και θέλει να έρθει μέσα μαζί μου.» Στο μεταξύ ο βάτραχος χτύπησε την πόρτα για δεύτερη φορά και φώναξε:

«Αχ βασιλοπούλα μου μικρή
άνοιξε την πόρτα στο πι και φι
την υπόσχεση σου, σου ενθυμώ
που μου ‘δωσες εχθές πλάι στο νερό
Αχ βασιλοπούλα μου μικρή
άνοιξε την πόρτα στο πι και φι».

Τότε λέει ο βασιλιάς: «ότι υποσχέθηκες πρέπει να το τηρήσεις: πήγαινε και άνοιξε του την πόρτα.» Η βασιλοπούλα πήγε, άνοιξε την πόρτα και ο βάτραχος μπήκε μέσα και την ακολούθησε μέχρι την καρέκλα της». Τότε της λέει «σήκωσε με να είμαι μαζί σου.» Η βασιλοπούλα δεν ανταποκρίθηκε μέχρι που την διέταξε ο βασιλιάς. Μόλις ο βάτραχος ανέβηκε στην καρέκλα, θέλησε να ανεβεί και στο τραπέζι και από εκεί ζήτησε να φάει από το χρυσό πιατάκι της βασιλοπούλας. Η βασιλοπούλα έκανε ότι της ζήτησε ο βάτραχος αλλά φαινόταν ότι δεν χαιρόταν με την όλη κατάσταση. Αντίθετα ο βάτραχος έτρωγε με ευχαρίστηση.

Τελικά λέει στη βασιλοπούλα: «χόρτασα και τώρα έχω νυστάξει, πήγαινε με στην κρεβατοκάμαρα σου, φτιάξε το μεταξένιο σου κρεβάτι να πέσουμε και να κοιμηθούμε.» Η βασιλοπούλα έβαλε τα κλάματα και φοβόταν τον κρύο βάτραχο που δεν τολμούσε να τον ακουμπήσει. Τρόμαζε όταν σκεφτόταν ότι αυτόν τον βάτραχο έπρεπε να τον βάλει να κοιμηθεί στο όμορφο και καθαρό κρεβατάκι της. Ο βασιλιάς όμως θύμωσε και της είπε: «σε όποιον σε βοήθησε στην ανάγκη στην συνέχεια δεν πρέπει να του φέρεσαι υποτιμητικά!»

Τότε η βασιλοπούλα έπιασε τον βάτραχο με τα δύο της δάχτυλα και τον ανέβασε στο δωμάτιο της, όπου τον άφησε σε μια γωνίτσα. Μόλις ξάπλωσε όμως στο κρεβάτι της, ο βάτραχος της είπε: «θέλω και εγώ να κοιμηθώ αναπαυτικά όσο και εσύ, σήκωσε με γιατί αλλιώς θα το πω στον πατέρα σου.» Τότε η βασιλοπούλα θύμωσε πάρα πολύ, σήκωσε τον βάτραχο κα τον πέταξε με όλη της την δύναμη στον τοίχο. «Τώρα θα ησυχάσεις σιχαμένε βάτραχε!»

Όταν όμως έπεσε κάτω δεν ήταν πια βάτραχος αλλά ένα βασιλόπουλο με όμορφα και καλοσυνάτα μάτια.

Αυτός έγινε σύμφωνα με την επιθυμία του πατέρα της ο σύντροφος και σύζυγός της. Τότε εξιστόρησε στην βασιλοπούλα πως του είχε κάνει μάγια μια κακιά μάγισσα και ότι θα έπρεπε να μείνει για πάντα στο πηγάδι, αφού κανείς δεν θα μπορούσε να τα λύσει. Η μόνη που μπόρεσε να σπάσει την κατάρα της μάγισσας ήταν η βασιλοπούλα. Μετά κοιμήθηκαν και το άλλο πρωί όταν βγήκε ο ήλιος, ήρθε μια άμαξα που την έσερναν οχτώ άσπρα άλογα για να τους οδηγήσει στο βασίλειο του. Τα άλογα είχαν άσπρα φτερά στρουθοκαμήλου στο κεφάλι τους και έσερναν την άμαξα τραβώντας χρυσές αλυσίδες. Στο πίσω μέρος της άμαξας ήταν ο υπηρέτης του νεαρού βασιλιά ο πιστός Ερρίκος, ο οποίος είχε βάλει να του δέσουν την καρδιά με τρεις σιδερένιες ταινίες ώστε να μη σπάσει από τον πόνο και την θλίψη, όταν η μάγισσα είχε μεταμορφώσει τον κύριο του σε βάτραχο.

Η άμαξα θα πήγαινε τον νεαρό βασιλιά στο βασίλειο του και ο πιστός Ερρίκος τους έβαλε και τους δύο μέσα. Μετά ξανακάθισε στο πίσω μέρος της γεμάτος χαρά για την λύτρωση του κυρίου του. Καθώς διέσχισαν αρκετή απόσταση άκουσε ο νεαρός βασιλιάς έναν φοβερό θόρυβο σαν να έσπασε κάτι. Τότε γύρισε πίσω του και φώναξε:

«Ερρίκο σπάει το αμάξι»
«Το αμάξι θα αντέξει
μια ταινία απ’ τη καρδία μου
έχει σπάσει άρχοντά μου
που την έβαλα από πόνο,
όταν ήσουν στο νερό
και έκανες το βάτραχο!»

Ακόμη μία φορά και ακόμη μια φορά ακούστηκε το σπάσιμο και ο νεαρός βασιλιάς νόμιζε ότι σπάει η άμαξα. Ωστόσο η άμαξα δεν είχε πάθει τίποτε. Μόνο οι σιδερένιες ταινίες από την καρδιά του Ερρίκου έσπαγαν η μία μετά την άλλη από ανακούφιση αφού ο κύριος του είχε γίνει και πάλι άνθρωπος και ευτυχισμένος.

I gamle dage, dengang man kunne få sine ønsker opfyldt, levede der en konge, som havde en datter, der var så dejlig, at selv solen, der dog har set så meget kønt, undredes, hver gang den skinnede på hende. I nærheden af slottet lå der en stor, mørk skov, og der inde var der en brønd under en gammel lind. Når det var meget varmt, gik kongedatteren ud i skoven og satte sig ved vandet, og når hun kedede sig, spillede hun bold med en guldkugle, som var hendes kæreste legetøj.

En dag skete der det uheld, at hun ikke greb kuglen igen. Den rullede væk fra hende lige ud i vandet. Hun fulgte den med øjnene, men den forsvandt, og brønden var så dyb, at man slet ikke kunne se bunden. Hun gav sig til at græde, højere og højere, og var meget fortvivlet. På en gang hørte hun en stemme: "Hvad er der dog i vejen, lille prinsesse, du græder jo, så det kunne røre en sten." Da hun vendte sig om, så hun en frø, som stak sit ækle, tykke hoved op af vandet. "Å er det dig, gamle vandhund," sagde hun, "jeg græder, fordi min guldkugle er faldet i brønden." - "Vær bare rolig," sagde frøen, "jeg skal nok hjælpe dig. Hvad får jeg, når jeg skaffer dig dit legetøj igen?" - "Alt, hvad du vil," svarede kongedatteren, "mine klæder, mine perler og mine ædelstene, og hvis du bryder dig om det, må du også gerne få min guldkrone." - "Mange tak," sagde frøen, "alt det bryder jeg mig ikke om. Men vil du love mig at holde af mig og lege med mig og lade mig sidde ved siden af dig ved bordet og spise af din tallerken og drikke af dit bæger og sove hos dig i din seng, så skal jeg dykke ned og hente din guldkugle." - "Jeg lover dig det alt sammen, når du blot vil hente min kugle," svarede hun. Men ved sig selv tænkte hun: Sikken en tosset frø! Den kan da ikke være min legekammerat. Den må nok pænt blive nede hos de andre frøer og kvække.

Frøen dykkede nu ned og kom lidt efter op igen med kuglen i munden. Den lagde den i græsset, og kongedatteren tog den henrykt og løb af sted med den. "Vent lidt," råbte frøen, "tag mig med. Jeg kan ikke løbe så hurtigt som du." Men det nyttede ikke, at den kvækkede så højt, den kunne. Hun hørte det ikke, men skyndte sig hjem og havde snart glemt den stakkels, grimme frø.

Næste dag, da den lille prinsesse og kongen og hele hoffet sad og spiste til middag, hørte hun noget, der kom op ad marmortrappen, plask, plask. Så blev der banket på døren, og en stemme råbte: "Luk op, lille prinsesse." Hun gik hen for at se, hvem det var, og da hun lukkede op, sad frøen udenfor. Hun smækkede døren i og satte sig hen til bordet igen, men hun var slet ikke rigtig glad. Kongen kunne nok se, at der var noget i vejen med hende og spørge: "Hvad er det, du sidder og er bange for? Står der en kæmpe derude og vil tage dig?" - "Nej, det er ingen kæmpe," svarede hun, "det er en væmmelig frø." - "Men hvad vil den dog?" - "Å far, da jeg i går sad ude ved brønden og spillede bold, faldt kuglen i vandet. Så græd jeg, og frøen hentede den til mig, og så måtte jeg love den, at den skulle være min legekammerat. Men jeg var rigtig nok sikker på, at den ikke kunne komme op af vandet. Nu står den derude og vil ind." Imidlertid bankede frøen nok en gang og råbte:

"Lille prinsesse
luk døren op,
jeg står herude og venter.
Den løn, du mig loved
ved brønden i går,
kommer jeg
nu og henter."

Da sagde kongen: "Hvad du har lovet, skal du holde. Gå straks hen og luk op." Hun gjorde, som han sagde, og frøen kom ind og hoppede lige i hælene på hende hen til hendes stol. "Løft mig op," sagde den. Prinsessen gjorde det, men ikke før kongen sagde, hun skulle. Da frøen først var kommet op på stolen, ville den op på bordet, og da den var kommet derop, sagde den: "Skyd så din guldtallerken hen til mig, så spiser vi sammen." Hun gjorde det, men man kunne nok se, at hun ikke holdt af det. Frøen lod sig maden smage, men hver mundfuld blev siddende hende i halsen. "Nu er jeg træt," sagde den, da den havde spist, "bær mig nu ind i din stue, så lægger vi os til at sove i din silkeseng." Hun begyndte at græde, for hun var bange for den kolde frø, og turde ikke røre ved den, og nu skulle den ligge i hendes hvide, bløde seng! Men kongen blev vred og sagde: "Du skal ikke bagefter foragte den, der hjalp dig i din nød." Hun tog den så med to fingre og satte den i en krog inde i sin stue. Da hun havde lagt sig i sin seng, kom den kravlende og sagde: "Jeg er træt, jeg vil sove lige så godt som du. Hvis du ikke tager mig op til dig, siger jeg det til din far." Så blev kongedatteren for alvor vred, tog frøen og kastede den af alle kræfter mod væggen: "Nu kan du vel få hvilet dig nok, din væmmelige frø," råbte hun.

Men i det samme blev hun helt forskrækket, for i stedet for frøen stod der en kongesøn med kønne, gode øjne og så på hende. Han fortalte, at en ond heks havde forvandlet ham til en frø, og kongedatteren var den eneste, der kunne frelse ham. Hun løb efter sin far, og da han havde hørt historien, bestemte han, at kongesønnen skulle giftes med prinsessen. Så gik de i seng, og da solen næste morgen vækkede dem, holdt der en vogn, forspændt med otte hvide heste. De havde hvide strudsfjer på hovedet og var spændt fast med guldkæder. Bagpå stod vognen den tro Henrik, den unge konges tjener. Han havde været så bedrøvet, fordi hans herre var forhekset til en frø, at han havde lagt tre jernbånd om sit hjerte, for ikke at det skulle briste af sorg. Den tro Henrik løftede nu kongesønnen og prinsessen ind i vognen, og stillede sig bagved dem, og hans hjerte svulmede af glæde over, at hans herre var frelst.

Da de havde kørt et stykke, hørte kongesønnen, at der var noget bagved ham, der knagede, som om det gik itu. Han vendte sig om og sagde: "Hørte du Henrik, aksen brast?"

"Nej, herre, vognen går støt og fast,
det var kun det bånd, jeg bar om mit hjerte,
at ikke det skulle briste af smerte,
da I måtte friste et kummerligt liv
hos frøer og tudser blandt tang og siv."

To gange endnu hørte kongesønnen noget, der knagede, og begge gange troede han, at vognen gik itu. Men det var kun jernbåndene om den tro Henriks hjerte, der sprang, fordi hans bryst var fyldt af lykke over, at hans herre var frelst.



Change: Change: