Multilingual Folk Tale Database


Der Froschkönig oder der eiserne Heinrich (Jacob & Wilhelm Grimm)

Ο βασιλιάς βάτραχος ή ο σιδερένιος Ερρίκος The Frog-King, or Iron Henry
unknown author Margaret Hunt
Greek English

Τα παλιά τα χρόνια, όταν η ευχές έπιαναν ακόμη τόπο, ζούσε ένας βασιλιάς που είχε πολλές όμορφες κόρες. Η μικρότερη όμως ήταν τόσο όμορφη, που ακόμη και ο ήλιος αναρωτιόταν κάθε φορά που της φώτιζε το πρόσωπο.

Κοντά στο παλάτι του βασιλιά ήταν ένα μεγάλο δάσος όπου υπήρχε ένα πηγάδι. Όποτε είχε πολύ ζέστη η μικρή βασιλοπούλα συνήθιζε να κάθεται δίπλα στο πηγάδι για να δροσιστεί. Συνήθιζε να παίζει με μία χρυσή σφαίρα την οποία πετούσε στον αέρα και την έπιανε. Από όλα της τα παιχνίδια αυτή τη σφαίρα την αγαπούσε πιο πολύ. Κάποια μέρα η σφαίρα της, της έφυγε από τα χέρια και αφού αναπήδησε στο έδαφος έπεσε μέσα στο πηγάδι. Η βασιλοπούλα έβλεπε την σφαίρα να πέφτει στο νερό, αλλά το πηγάδι ήταν τόσο βαθύ που δεν φαινόταν ο πάτος του. Τότε το κορίτσι άρχισε να κλαίει απαρηγόρητα, και όσο περνούσε η ώρα έκλαιγε ολοένα και πιο δυνατά. Καθώς έκλεγε, της φώναξε κάποιος: «Τι έχεις βασιλοπούλα, κλαις τόσο πολύ που θα σε λυπόταν ακόμη και μία πέτρα!» Η βασιλοπούλα κοίταξε γύρω της για να δει ποιος μίλησε. Τότε είδε έναν βάτραχο ο οποίος είχε βγάλει το γλοιώδη κεφάλι του από ο νερό.

«Ά, εσύ είσαι νεροανακατωσάρη;» του λέει η βασιλοπούλα «κλαίω για την χρυσή μου σφαίρα η οποία μου έπεσε στο πηγάδι.» «Ησύχασε και μη κλαις και εγώ μπορώ να σου βρω τη λύση» απάντησε ο βάτραχος «αλλά πες μου τι θα μου δώσεις αν σου φέρω το παιχνίδι σου;» «Ότι σου αρέσει και αγαπάς βατραχάκο μου» απάντησε η κοπέλα «τα ρούχα μου, τα χρυσαφικά και τα διαμαντικά μου, ακόμη και την χρυσή κορώνα που φοράω.» «Τα ρούχα σου, τα χρυσαφικά και η κορώνα σου δεν με ενδιαφέρουν, αλλά αν θέλεις να με αγαπάς και να είμαι ο φίλος στα παιχνίδια σου, να με αφήνεις να κάθομαι δίπλα σου στο τραπεζάκι σου, να τρώω από το πιατάκι σου, να πίνω από το ποτηράκι σου και να κοιμάμαι δίπλα σου στο κρεβατάκι σου: αν μου τα υποσχεθείς αυτά θα κατεβώ στο πηγάδι και θα σου ξαναφέρω την χρυσή σου σφαίρα». «Α καλά», απάντησε η κοπέλα «σου υπόσχομαι ότι θέλεις αρκεί να μου φέρεις τη χρυσή μου σφαίρα.» Ωστόσο από μέσα της σκεφτόταν ότι η θέση του βάτραχου είναι με τους όμοιούς του μέσα στο νερό και δεν θα μπορούσε να είναι φίλος κανενός ανθρώπου.

Μόλις ο βάτραχος άκουσε ότι η βασιλοπούλα συμφωνεί βούτηξε στο νερό. Αφού εξαφανίστηκε για λίγο εμφανίστηκε πάλι στην επιφάνεια του νερού έχοντας την σφαίρα στο στόμα. Μετά πέταξε την σφαίρα στο γρασίδι. Η βασιλοπούλα χάρηκε πολύ μόλις είδε το παιχνίδι της, το πήρε στα χέρια και έφυγε τρέχοντας. «Περίμενε, περίμενε να με πάρεις μαζί σου δεν μπορώ να τρέχω τόσο γρήγορα σαν εσένα» φώναξε ο βάτραχος. Ωστόσο όσο και να φώναζε ο βάτραχος, η βασιλοπούλα δεν έδινε σημασία και επέστρεψε τρέχοντας στο παλάτι και σύντομα είχε ξεχάσει τον βάτραχο.

Την επόμενη μέρα η βασιλοπούλα καθόταν για φαγητό στο τραπέζι με τον βασιλιά και τους υπόλοιπους αυλικούς. Τότε κάτι άρχισε να ανεβαίνει την μαρμάρινη σκάλα: «πλιτς-πλατς, πλιτς-πλατς». Τελικά όταν έφτασε πάνω χτύπησε την πόρτα και φώναξε «βασιλοπούλα, από τις αδελφές η νεότερη, άνοιξε μου την πόρτα!» Η βασιλοπούλα έτρεξε στην πόρτα τρέχοντας γεμάτη περιέργεια για το ποιος την φωνάζει. Μόλις άνοιξε την πόρτα όμως είδε μπροστά της τον βάτραχο.

Τότε έκλεισε την πόρτα με δύναμη και επέστρεψε φοβισμένη στο τραπέζι. Ο βασιλιάς που παρατήρησε ότι η κόρη του είχε ταραχτεί την ρώτησε: «τι σε φόβισε παιδί μου, μήπως είναι κανένας γίγαντας μπροστά από την πόρτα και θέλει να σε πάρει;» «Όχι, όχι» απάντησε «δεν είναι γίγαντας αλλά ένας γλοιώδεις βάτραχος.» «Τι σε θέλει ο βάτραχος;» «Τι να σου πω πατερούλη μου, χθες που ήμουν στο πηγάδι και έπαιζα, μου έπεσε η χρυσή μου σφαίρα στο νερό. Επειδή έκλαιγα πολύ, μου την έφερε ένας βάτραχος και επειδή μου το ζήτησε του υποσχέθηκα ότι θα γίνει φίλος μου. Είχα σκεφτεί ότι δεν θα μπορούσε να αποχωριστεί το νερό του, όμως να που τώρα είναι έξω από τη πόρτα και θέλει να έρθει μέσα μαζί μου.» Στο μεταξύ ο βάτραχος χτύπησε την πόρτα για δεύτερη φορά και φώναξε:

«Αχ βασιλοπούλα μου μικρή
άνοιξε την πόρτα στο πι και φι
την υπόσχεση σου, σου ενθυμώ
που μου ‘δωσες εχθές πλάι στο νερό
Αχ βασιλοπούλα μου μικρή
άνοιξε την πόρτα στο πι και φι».

Τότε λέει ο βασιλιάς: «ότι υποσχέθηκες πρέπει να το τηρήσεις: πήγαινε και άνοιξε του την πόρτα.» Η βασιλοπούλα πήγε, άνοιξε την πόρτα και ο βάτραχος μπήκε μέσα και την ακολούθησε μέχρι την καρέκλα της». Τότε της λέει «σήκωσε με να είμαι μαζί σου.» Η βασιλοπούλα δεν ανταποκρίθηκε μέχρι που την διέταξε ο βασιλιάς. Μόλις ο βάτραχος ανέβηκε στην καρέκλα, θέλησε να ανεβεί και στο τραπέζι και από εκεί ζήτησε να φάει από το χρυσό πιατάκι της βασιλοπούλας. Η βασιλοπούλα έκανε ότι της ζήτησε ο βάτραχος αλλά φαινόταν ότι δεν χαιρόταν με την όλη κατάσταση. Αντίθετα ο βάτραχος έτρωγε με ευχαρίστηση.

Τελικά λέει στη βασιλοπούλα: «χόρτασα και τώρα έχω νυστάξει, πήγαινε με στην κρεβατοκάμαρα σου, φτιάξε το μεταξένιο σου κρεβάτι να πέσουμε και να κοιμηθούμε.» Η βασιλοπούλα έβαλε τα κλάματα και φοβόταν τον κρύο βάτραχο που δεν τολμούσε να τον ακουμπήσει. Τρόμαζε όταν σκεφτόταν ότι αυτόν τον βάτραχο έπρεπε να τον βάλει να κοιμηθεί στο όμορφο και καθαρό κρεβατάκι της. Ο βασιλιάς όμως θύμωσε και της είπε: «σε όποιον σε βοήθησε στην ανάγκη στην συνέχεια δεν πρέπει να του φέρεσαι υποτιμητικά!»

Τότε η βασιλοπούλα έπιασε τον βάτραχο με τα δύο της δάχτυλα και τον ανέβασε στο δωμάτιο της, όπου τον άφησε σε μια γωνίτσα. Μόλις ξάπλωσε όμως στο κρεβάτι της, ο βάτραχος της είπε: «θέλω και εγώ να κοιμηθώ αναπαυτικά όσο και εσύ, σήκωσε με γιατί αλλιώς θα το πω στον πατέρα σου.» Τότε η βασιλοπούλα θύμωσε πάρα πολύ, σήκωσε τον βάτραχο κα τον πέταξε με όλη της την δύναμη στον τοίχο. «Τώρα θα ησυχάσεις σιχαμένε βάτραχε!»

Όταν όμως έπεσε κάτω δεν ήταν πια βάτραχος αλλά ένα βασιλόπουλο με όμορφα και καλοσυνάτα μάτια.

Αυτός έγινε σύμφωνα με την επιθυμία του πατέρα της ο σύντροφος και σύζυγός της. Τότε εξιστόρησε στην βασιλοπούλα πως του είχε κάνει μάγια μια κακιά μάγισσα και ότι θα έπρεπε να μείνει για πάντα στο πηγάδι, αφού κανείς δεν θα μπορούσε να τα λύσει. Η μόνη που μπόρεσε να σπάσει την κατάρα της μάγισσας ήταν η βασιλοπούλα. Μετά κοιμήθηκαν και το άλλο πρωί όταν βγήκε ο ήλιος, ήρθε μια άμαξα που την έσερναν οχτώ άσπρα άλογα για να τους οδηγήσει στο βασίλειο του. Τα άλογα είχαν άσπρα φτερά στρουθοκαμήλου στο κεφάλι τους και έσερναν την άμαξα τραβώντας χρυσές αλυσίδες. Στο πίσω μέρος της άμαξας ήταν ο υπηρέτης του νεαρού βασιλιά ο πιστός Ερρίκος, ο οποίος είχε βάλει να του δέσουν την καρδιά με τρεις σιδερένιες ταινίες ώστε να μη σπάσει από τον πόνο και την θλίψη, όταν η μάγισσα είχε μεταμορφώσει τον κύριο του σε βάτραχο.

Η άμαξα θα πήγαινε τον νεαρό βασιλιά στο βασίλειο του και ο πιστός Ερρίκος τους έβαλε και τους δύο μέσα. Μετά ξανακάθισε στο πίσω μέρος της γεμάτος χαρά για την λύτρωση του κυρίου του. Καθώς διέσχισαν αρκετή απόσταση άκουσε ο νεαρός βασιλιάς έναν φοβερό θόρυβο σαν να έσπασε κάτι. Τότε γύρισε πίσω του και φώναξε:

«Ερρίκο σπάει το αμάξι»
«Το αμάξι θα αντέξει
μια ταινία απ’ τη καρδία μου
έχει σπάσει άρχοντά μου
που την έβαλα από πόνο,
όταν ήσουν στο νερό
και έκανες το βάτραχο!»

Ακόμη μία φορά και ακόμη μια φορά ακούστηκε το σπάσιμο και ο νεαρός βασιλιάς νόμιζε ότι σπάει η άμαξα. Ωστόσο η άμαξα δεν είχε πάθει τίποτε. Μόνο οι σιδερένιες ταινίες από την καρδιά του Ερρίκου έσπαγαν η μία μετά την άλλη από ανακούφιση αφού ο κύριος του είχε γίνει και πάλι άνθρωπος και ευτυχισμένος.

In old times when wishing still helped one, there lived a king whose daughters were all beautiful, but the youngest was so beautiful that the sun itself, which has seen so much, was astonished whenever it shone in her face. Close by the King's castle lay a great dark forest, and under an old lime-tree in the forest was a well, and when the day was very warm, the King's child went out into the forest and sat down by the side of the cool fountain, and when she was dull she took a golden ball, and threw it up on high and caught it, and this ball was her favourite plaything.

Now it so happened that on one occasion the princess's golden ball did not fall into the little hand which she was holding up for it, but on to the ground beyond, and rolled straight into the water. The King's daughter followed it with her eyes, but it vanished, and the well was deep, so deep that the bottom could not be seen. On this she began to cry, and cried louder and louder, and could not be comforted. And as she thus lamented, some one said to her, "What ails thee, King's daughter? Thou weepest so that even a stone would show pity." She looked round to the side from whence the voice came, and saw a frog stretching forth its thick, ugly head from the water. "Ah! old water-splasher, is it thou?" said she; "I am weeping for my golden ball, which has fallen into the well."

"Be quiet, and do not weep," answered the frog, "I can help thee, but what wilt thou give me if I bring thy plaything up again?" "Whatever thou wilt have, dear frog," said she "my clothes, my pearls and jewels, and even the golden crown which I am wearing."

The frog answered, "I do not care for thy clothes, thy pearls and jewels, or thy golden crown, but if thou wilt love me and let me be thy companion and play-fellow, and sit by thee at thy little table, and eat off thy little golden plate, and drink out of thy little cup, and sleep in thy little bed if thou wilt promise me this I will go down below, and bring thee thy golden ball up again."

"Oh, yes," said she, "I promise thee all thou wishest, if thou wilt but bring me my ball back again." She, however, thought, "How the silly frog does talk! He lives in the water with the other frogs and croaks, and can be no companion to any human being!"

But the frog when he had received this promise, put his head into the water and sank down, and in a short time came swimming up again with the ball in his mouth, and threw it on the grass. The King's daughter was delighted to see her pretty plaything once more, and picked it up, and ran away with it. "Wait, wait," said the frog, "Take me with thee. I can't run as thou canst." But what did it avail him to scream his croak, croak, after her, as loudly as he could? She did not listen to it, but ran home and soon forgot the poor frog, who was forced to go back into his well again.

The next day when she had seated herself at table with the King and all the courtiers, and was eating from her little golden plate, something came creeping splish splash, splish splash, up the marble staircase, and when it had got to the top, it knocked at the door and cried, "Princess, youngest princess, open the door for me." She ran to see who was outside, but when she opened the door, there sat the frog in front of it. Then she slammed the door to, in great haste, sat down to dinner again, and was quite frightened. The King saw plainly that her heart was beating violently, and said, "My child, what art thou so afraid of? Is there perchance a giant outside who wants to carry thee away?" "Ah, no," replied she, "it is no giant, but a disgusting frog."

"What does the frog want with thee?" "Ah, dear father, yesterday when I was in the forest sitting by the well, playing, my golden ball fell into the water. And because I cried so the frog brought it out again for me, and because he insisted so on it, I promised him he should be my companion, but I never thought he would be able to come out of his water! And now he is outside there, and wants to come in to me."

In the meantime it knocked a second time, and cried,

"Princess! youngest princess!
Open the door for me!
Dost thou not know what thou saidst to me
Yesterday by the cool waters of the fountain?
Princess, youngest princess!
Open the door for me!"

Then said the King, "That which thou hast promised must thou perform. Go and let him in." She went and opened the door, and the frog hopped in and followed her, step by step, to her chair. There he sat still and cried, "Lift me up beside thee." She delayed, until at last the King commanded her to do it. When the frog was once on the chair he wanted to be on the table, and when he was on the table he said, "Now, push thy little golden plate nearer to me that we may eat together." She did this, but it was easy to see that she did not do it willingly. The frog enjoyed what he ate, but almost every mouthful she took choked her. At length he said, "I have eaten and am satisfied; now I am tired, carry me into thy little room and make thy little silken bed ready, and we will both lie down and go to sleep."

The King's daughter began to cry, for she was afraid of the cold frog which she did not like to touch, and which was now to sleep in her pretty, clean little bed. But the King grew angry and said, "He who helped thee when thou wert in trouble ought not afterwards to be despised by thee." So she took hold of the frog with two fingers, carried him upstairs, and put him in a corner. But when she was in bed he crept to her and said, "I am tired, I want to sleep as well as thou, lift me up or I will tell thy father." Then she was terribly angry, and took him up and threw him with all her might against the wall. "Now, thou wilt be quiet, odious frog," said she. But when he fell down he was no frog but a king's son with beautiful kind eyes. He by her father's will was now her dear companion and husband. Then he told her how he had been bewitched by a wicked witch, and how no one could have delivered him from the well but herself, and that to-morrow they would go together into his kingdom. Then they went to sleep, and next morning when the sun awoke them, a carriage came driving up with eight white horses, which had white ostrich feathers on their heads, and were harnessed with golden chains, and behind stood the young King's servant faithful Henry. Faithful Henry had been so unhappy when his master was changed into a frog, that he had caused three iron bands to be laid round his heart, lest it should burst with grief andsadness. The carriage was to conduct the young King into his kingdom. Faithful Henry helped them both in, and placed himself behind again, and was full of joy because of this deliverance. And when they had driven a part of the way, the King's son heard a cracking behind him as if something had broken. So he turned round and cried, "Henry, the carriage is breaking."

"No, master, it is not the carriage. It is a band from my heart, which was put there in my great pain when you were a frog and imprisoned in the well." Again and once again while they were on their way something cracked, and each time the King's son thought the carriage was breaking; but it was only the bands which were springing from the heart of faithful Henry because his master was set free and was happy.



Change: Change: