Multilingual Folk Tale Database


Der Froschkönig oder der eiserne Heinrich (Jacob & Wilhelm Grimm)

Ο βασιλιάς βάτραχος ή ο σιδερένιος Ερρίκος Il principe ranocchio o Enrico di Ferro
unknown author unknown author
Greek Italian
Τα παλιά τα χρόνια, όταν η ευχές έπιαναν ακόμη τόπο, ζούσε ένας βασιλιάς που είχε πολλές όμορφες κόρες. Nei tempi antichi, quando desiderare serviva ancora a qualcosa, c'era un re, le cui figlie erano tutte belle, ma la più giovane era così bella che perfino il sole, che pure ha visto tante cose, sempre si meravigliava, quando le brillava in volto.
Η μικρότερη όμως ήταν τόσο όμορφη, που ακόμη και ο ήλιος αναρωτιόταν κάθε φορά που της φώτιζε το πρόσωπο. Vicino al castello del re c'era un gran bosco tenebroso e nel bosco, sotto un vecchio tiglio, c'era una fontana.
Κοντά στο παλάτι του βασιλιά ήταν ένα μεγάλο δάσος όπου υπήρχε ένα πηγάδι. Nelle ore più calde del giorno, la principessina andava nel bosco e sedeva sul ciglio della fresca sorgente.
Όποτε είχε πολύ ζέστη η μικρή βασιλοπούλα συνήθιζε να κάθεται δίπλα στο πηγάδι για να δροσιστεί. E quando si annoiava, prendeva una palla d'oro, la buttava in alto e la ripigliava; e questo era il suo gioco preferito.
Συνήθιζε να παίζει με μία χρυσή σφαίρα την οποία πετούσε στον αέρα και την έπιανε. Ora avvenne un giorno che la palla d'oro della principessa non ricadde nella manina ch'essa tendeva in alto, ma cadde a terra e rotolò proprio nell'acqua.
Από όλα της τα παιχνίδια αυτή τη σφαίρα την αγαπούσε πιο πολύ. La principessa la seguì con lo sguardo, ma la palla sparì, e la sorgente era profonda, profonda a perdita d'occhio.
Κάποια μέρα η σφαίρα της, της έφυγε από τα χέρια και αφού αναπήδησε στο έδαφος έπεσε μέσα στο πηγάδι. Allora la principessa cominciò a piangere, e pianse sempre più forte, e non si poteva proprio consolare.
Η βασιλοπούλα έβλεπε την σφαίρα να πέφτει στο νερό, αλλά το πηγάδι ήταν τόσο βαθύ που δεν φαινόταν ο πάτος του. E mentre così piangeva, qualcuno le gridò: "Che hai, principessa?
Τότε το κορίτσι άρχισε να κλαίει απαρηγόρητα, και όσο περνούσε η ώρα έκλαιγε ολοένα και πιο δυνατά. Tu piangi da far pietà ai sassi."
Καθώς έκλεγε, της φώναξε κάποιος: «Τι έχεις βασιλοπούλα, κλαις τόσο πολύ που θα σε λυπόταν ακόμη και μία πέτρα!» Lei si guardò intorno, per vedere donde venisse la voce, e vide un ranocchio, che sporgeva dall'acqua la grossa testa deforme. "
Η βασιλοπούλα κοίταξε γύρω της για να δει ποιος μίλησε. Ah, sei tu, vecchio ranocchio!"
Τότε είδε έναν βάτραχο ο οποίος είχε βγάλει το γλοιώδη κεφάλι του από ο νερό. disse, "piango per la mia palla d'oro, che m'è caduta nella fonte."
«Ά, εσύ είσαι νεροανακατωσάρη;» του λέει η βασιλοπούλα «κλαίω για την χρυσή μου σφαίρα η οποία μου έπεσε στο πηγάδι.» - "Chétati e non piangere," rispose il ranocchio, "ci penso io; ma che cosa mi darai, se ti ripesco il tuo palla?"
«Ησύχασε και μη κλαις και εγώ μπορώ να σου βρω τη λύση» απάντησε ο βάτραχος «αλλά πες μου τι θα μου δώσεις αν σου φέρω το παιχνίδι σου;» «Ότι σου αρέσει και αγαπάς βατραχάκο μου» απάντησε η κοπέλα «τα ρούχα μου, τα χρυσαφικά και τα διαμαντικά μου, ακόμη και την χρυσή κορώνα που φοράω.» - "Quello che vuoi, caro ranocchio," disse la principessa, "i miei vestiti, le mie perle e i miei gioielli, magari la mia corona d'oro."
«Τα ρούχα σου, τα χρυσαφικά και η κορώνα σου δεν με ενδιαφέρουν, αλλά αν θέλεις να με αγαπάς και να είμαι ο φίλος στα παιχνίδια σου, να με αφήνεις να κάθομαι δίπλα σου στο τραπεζάκι σου, να τρώω από το πιατάκι σου, να πίνω από το ποτηράκι σου και να κοιμάμαι δίπλα σου στο κρεβατάκι σου: αν μου τα υποσχεθείς αυτά θα κατεβώ στο πηγάδι και θα σου ξαναφέρω την χρυσή σου σφαίρα». Il ranocchio rispose: "Le tue vesti, le perle e i gioielli e la tua corona d'oro io non li voglio: ma se mi vorrai bene, se potrò essere il tuo amico e compagno di giochi, seder con te alla tua tavolina, mangiare dal tuo piattino d'oro, bere dal tuo bicchierino, dormire nel tuo lettino: se mi prometti questo; mi tufferò e ti riporterò la palla d'oro."
«Α καλά», απάντησε η κοπέλα «σου υπόσχομαι ότι θέλεις αρκεί να μου φέρεις τη χρυσή μου σφαίρα.» - "Ah sì," disse la principessa, "ti prometto tutto quel che vuoi, purché mi riporti la palla."
Ωστόσο από μέσα της σκεφτόταν ότι η θέση του βάτραχου είναι με τους όμοιούς του μέσα στο νερό και δεν θα μπορούσε να είναι φίλος κανενός ανθρώπου. Ma pensava: Cosa va blaterando questo stupido ranocchio, che sta nell'acqua a gracidare coi suoi simili, e non può essere il compagno di una creatura umana!
Μόλις ο βάτραχος άκουσε ότι η βασιλοπούλα συμφωνεί βούτηξε στο νερό. Ottenuta la promessa, il ranocchio mise la testa sott'acqua, si tuffò e poco dopo tornò remigando alla superficie; aveva in bocca la palla e la buttò sull'erba.
Αφού εξαφανίστηκε για λίγο εμφανίστηκε πάλι στην επιφάνεια του νερού έχοντας την σφαίρα στο στόμα. La principessa, piena di gioia al vedere il suo bel giocattolo, lo prese e corse via. "
Μετά πέταξε την σφαίρα στο γρασίδι. Aspetta, aspetta!"
Η βασιλοπούλα χάρηκε πολύ μόλις είδε το παιχνίδι της, το πήρε στα χέρια και έφυγε τρέχοντας. gridò il ranocchio, "prendimi con te, io non posso correre come fai tu."
«Περίμενε, περίμενε να με πάρεις μαζί σου δεν μπορώ να τρέχω τόσο γρήγορα σαν εσένα» φώναξε ο βάτραχος. Ma a che gli giovò gracidare con quanta fiato aveva in gola!
Ωστόσο όσο και να φώναζε ο βάτραχος, η βασιλοπούλα δεν έδινε σημασία και επέστρεψε τρέχοντας στο παλάτι και σύντομα είχε ξεχάσει τον βάτραχο. La principessa non l'ascoltò, corse a casa e ben presto aveva dimenticata la povera bestia, che dovette rituffarsi nella sua fonte.
Την επόμενη μέρα η βασιλοπούλα καθόταν για φαγητό στο τραπέζι με τον βασιλιά και τους υπόλοιπους αυλικούς. Il giorno dopo, quando si fu seduta a tavola col re e tutta la corte, mentre mangiava dal suo piattino d'oro - plitsch platsch, plitsch platsch - qualcosa salì balzelloni la scala di marmo, e quando fu in cima bussò alla porta e gridò: "Figlia di re, piccina, aprimi!"
Τότε κάτι άρχισε να ανεβαίνει την μαρμάρινη σκάλα: «πλιτς-πλατς, πλιτς-πλατς». La principessa corse a vedere chi c'era fuori, ma quando aprì si vide davanti il ranocchio.
Τελικά όταν έφτασε πάνω χτύπησε την πόρτα και φώναξε «βασιλοπούλα, από τις αδελφές η νεότερη, άνοιξε μου την πόρτα!» Allora sbatacchiò precipitosamente la porta, e sedette di nuovo a tavola, piena di paura.
Η βασιλοπούλα έτρεξε στην πόρτα τρέχοντας γεμάτη περιέργεια για το ποιος την φωνάζει. Il re si accorse che le batteva forte il cuore, e disse: "Di che cosa hai paura, bimba mia?
Μόλις άνοιξε την πόρτα όμως είδε μπροστά της τον βάτραχο. Davanti alla porta c'è forse un gigante che vuol rapirti?"
Τότε έκλεισε την πόρτα με δύναμη και επέστρεψε φοβισμένη στο τραπέζι. - "Ah no," disse lei, "non è un gigante, ma un brutto ranocchio."
Ο βασιλιάς που παρατήρησε ότι η κόρη του είχε ταραχτεί την ρώτησε: «τι σε φόβισε παιδί μου, μήπως είναι κανένας γίγαντας μπροστά από την πόρτα και θέλει να σε πάρει;» «Όχι, όχι» απάντησε «δεν είναι γίγαντας αλλά ένας γλοιώδεις βάτραχος.» - "Che cosa vuole da te?"
«Τι σε θέλει ο βάτραχος;» «Τι να σου πω πατερούλη μου, χθες που ήμουν στο πηγάδι και έπαιζα, μου έπεσε η χρυσή μου σφαίρα στο νερό. - "Ah, babbo mio, ieri, mentre giocavo nel bosco vicino alla fonte, la mia palla d'oro cadde nell'acqua.
Επειδή έκλαιγα πολύ, μου την έφερε ένας βάτραχος και επειδή μου το ζήτησε του υποσχέθηκα ότι θα γίνει φίλος μου. E perché piangevo tanto, il ranocchio me l'ha ripescata.
Είχα σκεφτεί ότι δεν θα μπορούσε να αποχωριστεί το νερό του, όμως να που τώρα είναι έξω από τη πόρτα και θέλει να έρθει μέσα μαζί μου.» E perché ad ogni costo lo volle, gli promisi che sarebbe diventato il mio compagno; ma non avrei mai pensato che potesse uscire da quell'acqua.
Στο μεταξύ ο βάτραχος χτύπησε την πόρτα για δεύτερη φορά και φώναξε: «Αχ βασιλοπούλα μου μικρή άνοιξε την πόρτα στο πι και φι την υπόσχεση σου, σου ενθυμώ που μου ‘δωσες εχθές πλάι στο νερό Αχ βασιλοπούλα μου μικρή άνοιξε την πόρτα στο πι και φι». Adesso è fuori e vuol venire da me."
Τότε λέει ο βασιλιάς: «ότι υποσχέθηκες πρέπει να το τηρήσεις: πήγαινε και άνοιξε του την πόρτα.» Intanto si udì bussare per la seconda volta e gridare: "Figlia di re, piccina, aprimi!
Η βασιλοπούλα πήγε, άνοιξε την πόρτα και ο βάτραχος μπήκε μέσα και την ακολούθησε μέχρι την καρέκλα της». Non sai più quel che ieri m'hai detto vicino alla fresca fonte?
Τότε της λέει «σήκωσε με να είμαι μαζί σου.» Figlia di re, piccina, aprimi!"
Η βασιλοπούλα δεν ανταποκρίθηκε μέχρι που την διέταξε ο βασιλιάς. Allora il re disse: "Quel che hai promesso, devi mantenerlo; va' dunque, e apri."
Μόλις ο βάτραχος ανέβηκε στην καρέκλα, θέλησε να ανεβεί και στο τραπέζι και από εκεί ζήτησε να φάει από το χρυσό πιατάκι της βασιλοπούλας. Lei andò e aprì la porta; il ranocchio entrò e, sempre dietro a lei, saltellò fino alla sua sedia.
Η βασιλοπούλα έκανε ότι της ζήτησε ο βάτραχος αλλά φαινόταν ότι δεν χαιρόταν με την όλη κατάσταση. Lì si fermò e gridò: "Solleva mi fino a te."
Αντίθετα ο βάτραχος έτρωγε με ευχαρίστηση. La principessa esitò, ma il re le ordinò di farlo.
Τελικά λέει στη βασιλοπούλα: «χόρτασα και τώρα έχω νυστάξει, πήγαινε με στην κρεβατοκάμαρα σου, φτιάξε το μεταξένιο σου κρεβάτι να πέσουμε και να κοιμηθούμε.» Appena fu sulla sedia, il ranocchio volle salire sul tavolo e quando fu sul tavolo disse: "Adesso avvicinami il tuo piattino d'oro, perché mangiamo insieme."
Η βασιλοπούλα έβαλε τα κλάματα και φοβόταν τον κρύο βάτραχο που δεν τολμούσε να τον ακουμπήσει. La principessa obbedì, ma si vedeva benissimo che lo faceva controvoglia.
Τρόμαζε όταν σκεφτόταν ότι αυτόν τον βάτραχο έπρεπε να τον βάλει να κοιμηθεί στο όμορφο και καθαρό κρεβατάκι της. Il ranocchio mangiò con appetito, ma a lei quasi ogni boccone rimaneva in gola.
Ο βασιλιάς όμως θύμωσε και της είπε: «σε όποιον σε βοήθησε στην ανάγκη στην συνέχεια δεν πρέπει να του φέρεσαι υποτιμητικά!» Infine egli disse: "Ho mangiato a sazietà e sono stanco.
Τότε η βασιλοπούλα έπιασε τον βάτραχο με τα δύο της δάχτυλα και τον ανέβασε στο δωμάτιο της, όπου τον άφησε σε μια γωνίτσα. Adesso portami nella tua cameretta e metti in ordine il tuo lettino di seta: andremo a dormire."
Μόλις ξάπλωσε όμως στο κρεβάτι της, ο βάτραχος της είπε: «θέλω και εγώ να κοιμηθώ αναπαυτικά όσο και εσύ, σήκωσε με γιατί αλλιώς θα το πω στον πατέρα σου.» La principessa si mise a piangere; aveva paura del freddo ranocchio, che non osava toccare e che ora doveva dormire nel suo bel lettino pulito.
Τότε η βασιλοπούλα θύμωσε πάρα πολύ, σήκωσε τον βάτραχο κα τον πέταξε με όλη της την δύναμη στον τοίχο. Ma il re andò in collera e disse: "Non devi disprezzare chi ti ha aiutato nel momento del bisogno."
«Τώρα θα ησυχάσεις σιχαμένε βάτραχε!» Allora lei prese la bestia con due dita, la portò di sopra e la mise in un angolo.
Όταν όμως έπεσε κάτω δεν ήταν πια βάτραχος αλλά ένα βασιλόπουλο με όμορφα και καλοσυνάτα μάτια. Ma quando fu a letto, il ranocchio venne saltelloni e disse: "Sono stanco, voglio dormir bene come te: tirami su, o lo dico a tuo padre."
Αυτός έγινε σύμφωνα με την επιθυμία του πατέρα της ο σύντροφος και σύζυγός της. Allora la principessa andò in collera, lo prese e lo gettò con tutte le sue forze contro la parete: "Adesso starai zitto, brutto ranocchio!"
Τότε εξιστόρησε στην βασιλοπούλα πως του είχε κάνει μάγια μια κακιά μάγισσα και ότι θα έπρεπε να μείνει για πάντα στο πηγάδι, αφού κανείς δεν θα μπορούσε να τα λύσει. Ma quando cadde a terra, non era più un ranocchio: era un principe dai begli occhi ridenti.
Η μόνη που μπόρεσε να σπάσει την κατάρα της μάγισσας ήταν η βασιλοπούλα. Per volere del padre, egli era il suo caro compagno e sposo.
Μετά κοιμήθηκαν και το άλλο πρωί όταν βγήκε ο ήλιος, ήρθε μια άμαξα που την έσερναν οχτώ άσπρα άλογα για να τους οδηγήσει στο βασίλειο του. Le raccontò che era stato stregato da una cattiva maga e nessuno, all'infuori di lei, avrebbe potuto liberarlo.
Τα άλογα είχαν άσπρα φτερά στρουθοκαμήλου στο κεφάλι τους και έσερναν την άμαξα τραβώντας χρυσές αλυσίδες. Il giorno dopo sarebbero andati insieme nel suo regno.
Στο πίσω μέρος της άμαξας ήταν ο υπηρέτης του νεαρού βασιλιά ο πιστός Ερρίκος, ο οποίος είχε βάλει να του δέσουν την καρδιά με τρεις σιδερένιες ταινίες ώστε να μη σπάσει από τον πόνο και την θλίψη, όταν η μάγισσα είχε μεταμορφώσει τον κύριο του σε βάτραχο. Poi si addormentarono.
Η άμαξα θα πήγαινε τον νεαρό βασιλιά στο βασίλειο του και ο πιστός Ερρίκος τους έβαλε και τους δύο μέσα. La mattina dopo, quando il sole li svegliò, arrivò una carrozza con otto cavalli bianchi, che avevano pennacchi bianchi sul capo e i finimenti d'oro; e dietro c'era il servo del giovane re, il fedele Enrico.
Μετά ξανακάθισε στο πίσω μέρος της γεμάτος χαρά για την λύτρωση του κυρίου του. Enrico si era così afflitto, quando il suo padrone era stato trasformato in ranocchio, che si era fatto mettere tre cerchi di ferro intorno al cuore, perché non gli scoppiasse dall'angoscia.
Καθώς διέσχισαν αρκετή απόσταση άκουσε ο νεαρός βασιλιάς έναν φοβερό θόρυβο σαν να έσπασε κάτι. La carrozza doveva portare il giovane re nel suo regno; il fedele Enrico vi fece entrare i due giovani, salì dietro ed era pieno di gioia per la liberazione.
Τότε γύρισε πίσω του και φώναξε: «Ερρίκο σπάει το αμάξι» «Το αμάξι θα αντέξει μια ταινία απ’ τη καρδία μου έχει σπάσει άρχοντά μου που την έβαλα από πόνο, όταν ήσουν στο νερό και έκανες το βάτραχο!» Quando ebbero fatto un tratto di strada, il principe udì uno schianto, come se dietro a lui qualcosa si fosse rotto.
Ακόμη μία φορά και ακόμη μια φορά ακούστηκε το σπάσιμο και ο νεαρός βασιλιάς νόμιζε ότι σπάει η άμαξα. Allora si volse e gridò: "Enrico, qui va in pezzi la carrozza!"
Ωστόσο η άμαξα δεν είχε πάθει τίποτε. "No, padrone, non è la carrozza, Bensì un cerchio del mio cuore, Ch'era immerso in gran dolore, Quando dentro alla fontana Tramutato foste in rana."
Μόνο οι σιδερένιες ταινίες από την καρδιά του Ερρίκου έσπαγαν η μία μετά την άλλη από ανακούφιση αφού ο κύριος του είχε γίνει και πάλι άνθρωπος και ευτυχισμένος. Per due volte ancora si udì uno schianto durante il viaggio; e ogni volta il principe pensò che la carrozza andasse in pezzi; e invece erano soltanto i cerchi, che saltavano via dal cuore del fedele Enrico, perché il suo padrone era libero e felice.


Change: Change: